Αστική συνείδηση στον ελλαδικό χώρο

Αν μου ζητούσε κανείς να απαντήσω μονολεκτικά στο ερώτημα αν υπάρχει στην Ελλάδα αστική συνείδηση θα απαντούσα λέγοντας «όχι». Ακόμη και αν τις τελευταίες δύο-τρεις δεκαετίες βελτιώθηκε κατά πολύ το βιοτικό επίπεδο στην Ελλάδα αυτό είναι περισσότερο αποτέλεσμα μεταφοράς της όποιας αύξησης της οικονομικής δραστηριότητας αποκλειστικά στην κατανάλωση και δεν αναιρεί πιστεύω το γεγονός της ανυπαρξίας πολιτικά συνειδητοποιημένης μεσαίας τάξης. Και αυτό είναι που έχει μεγάλη σημασία: η διαμόρφωση πρώτα από όλα μιας πολιτικής αστικής (μεσαίας) τάξης.

Η σημασία του τελευταίου νομίζω φαίνεται από το γεγονός ότι παρά τα δεδομένα στην οικονομία με ποιο χαρακτηριστικά την ακρίβεια σε πολλά βασικά προϊόντα, στην αγορά εργασίας που προσφέρει κακοπληρωμένες θέσεις ακόμη και σε εξειδικευμένους ανθρώπους, στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με την μόνιμη αναταραχή και που ακολουθεί ασθμαίνοντας τις διεθείς εξελίξεις όπως επίσης παρά το εκτεταμένο φαινόμενο της διαφθοράς οι πολίτες δείχνουν αρνητική διάθεση σε βασικές αλλαγές στη δομή, οργάνωση και έκταση του κράτους και την δομή και οργάνωση της οικονομίας. Ταυτόχρονα η έννοια της επιχειρηματικότητας (βασικό συστατικό της αστικής οργάνωσης) ταυτίστηκε στην Ελλάδα με μία εν πολλοίς κρατικοδίαιτη ή επιδοτοεξαρτώμενη ιδιωτική πρωτοβουλία ή περιορίστηκε στην ελληνικότατη λογική «η μικρομεσαία επιχείρηση είναι η ραχοκοκκαλιά της οικονομίας » με αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να στηρίζεται ουσιαστικά σε επιχειρήσεις μικρού έως ασήμαντου μεγέθους και με ουσιαστικά ανύπαρκτη λογική επενδύσεων και εξέλιξης.

Αιτία είναι το γεγονός ότι στην Ελλάδα αυτό που ονομάζουμε σήμερα μεσαία αστική τάξη πρόκειται ουσιαστικά για καρπό του ίδιου του συστήματος. Τα μέλη της αποτελούνε ουσιαστικά άνθρωποι εξαρτώμενοι άμεσα ή έμμεσα από τον δημόσιο τομέα (κράτος) και αυτοί αριθμούνε εκατοντάδες χιλιάδες, καθώς για δεκαετίες μόνο εκεί μπορούσε κάποιος να εξασφαλίζει έστω και με πολλές στερήσεις τα προς το ζην. Τις τελευταίες 2-3 δεκαετίες αν κάτι άλλαξε είναι ότι μέσω μέσω καλύτερης μισθοδοσίας, σε σχέση πάντα με πρότερες εποχές, οι άνθρωποι αυτοί μπόρεσαν να αυξήσουν την αγοραστική τους δύναμη. Αν συνυπολογίσει κανείς την μεγάλη διαφθορά που συντηρεί ένα μεγάλο μέρος και της εκτός του κράτους οικονομίας με κρατικό χρήμα μπορεί να καταλάβει κανείς ότι η δημιουργία της ελληνικής αστικής τάξης ήταν μια διαδικασία ασφυκτικά ελεγχόμενη από το κράτος και ουσιαστικά συστατικό του στοιχείο.

Αντίθετα στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες η δημιουργία της (μεσαίας) αστικής τάξης ήταν καταρχήν μια διαδικασία μακρόχρονη και αποτέλεσμα μιας έξω από το τότε σύστημα πορείας. Τα μέλη της δεν είχαν σχέσεις εξάρτησης από το κράτος αλλά αντιπαλότητας προς αυτό. Ήτανε ελεύθεροι επαγγελματίες που κάνανε χρήση των τεχνικών νεωτερισμών και της προόδου που επιτελούνταν και που με τη σειρά τους ευνόησαν την περαιτέρω εξέλιξη. Επρόκειτο δηλαδή για συνεργατική πορεία εμπορίου, βιοτεχνίας-βιομηχανίας και επιστήμης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την τοποθέτηση της ευρωπαϊκής αστικής τάξης ως αντίβαρο στην αυταρχικότητα της τότε μοναρχικής και απολυταρχικής εξουσίας. Η ευρωπαϊκή μεσαία τάξη συνειδητοποίησε γρήγορα τις δυνατότητές της και εναντιώθηκε στο προηγούμενο φεουδαρχικό κατεστημένο και στην εκκλησιαστική εξουσία. Η αφετηρία και οι σκοποί της συνεπώς ήταν εκ διαμέτρου αντίθετοι συγκριτικά με ότι έγινε στην Ελλάδα.

Αν ήθελε πάντως κανείς να δει το φαινόμενο της ύπαρξης μιας μεσαίας αστικής τάξης ιστορικά μπορεί να πει ότι στις ελληνικές κοινωνίες της πόλης-κράτους εμφανίστηκε πρώτη φορά μια οριζόντια διαμόρφωση της κοινωνίας και μια έννοια μεσαίας τάξης. Κατόπιν εξαφανίζεται ως πολιτική και οικονομική οντότητα και επανεμφανίζεται ουσιαστικά στη Δυτική Ευρώπη αν και όχι την ίδια χρονική περίοδο και με  την ίδια ένταση σε όλες τις χώρες, ξεκινώντας από την Αγγλία, στα χρόνια των μεγάλων οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών αρχές με μέσα του 18ου αιώνα και διευρύνοντας σταδιακά τη βάση της. Αν θέλει κανείς να βρει ένα κοινό στοιχείο μεταξύ αυτών των δύο περιόδων, και αυτό ίσως ξενίσει καθώς θα το τοποθετούσα αρχικά σε ένα φιλοσοφικό επίπεδο, αυτό είναι η σύγκρουση του ανθρώπου με τους Θεούς ή τον Θεό. Πέρα από τη μυθολογική διάσταση του θέματος στην ελληνική περίπτωση (ο Προμηθέας και ο Οδυσσέας αμφισβητούν και αψηφούν τη θεϊκή δύναμη) δεν θεωρώ τυχαίο το γεγονός ότι οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στην ελληνική πόλη-κράτος που οδήγησαν στην ιστορική εμφάνιση της τρίτης (μεσαίας) τάξης συμπίπτουν χρονικά με την γέννηση της ιώνιας φιλοσοφίας και την αμφισβήτηση της θεϊκής τάξης του κόσμου που αυτή έφερε. Φαίνεται δηλαδή ότι τα δύο αυτά γεγονότα της πρώτης προσπάθειας φυσιοκρατικής ερμηνείας του κόσμου και της πολιτικής εξέλιξης που συνδυάστηκε με την λογική της ατομικής ιδιοκτησίας ευνόησαν το ένα το άλλο σε μια μάλλον κυκλική σχέση. Ανάλογα στη Δύση και από τον καιρό της Αναγέννησης και μετά όχι μόνο αμφισβητήθηκε η πολιτική και ιδεολογική εξουσία της Εκκλησίας αλλά τελικά και η ίδια η ανάμιξη του Θεού στα ανθρώπινα δρώμενα αν όχι και η ίδια η ύπαρξη του Θεού. Και μάλιστα ενός Θεού παντοδύναμου, πανταχού παρόντα που παρακολουθεί και επιβλέπει τα πάντα, που μπορεί να τιμωρεί πριν αλλά και μετά το θάνατο.

Η ουσία αυτής της υπόθεσης είναι ότι σε αυτές τις δύο ιστορικές περιόδους αμφισβητήθηκε έντονα η θεϊκή καταγωγή και κατανομή του χρήματος και της εξουσίας. Ειδικά η ευρωπαϊκή φιλοσοφία με τον Διαφωτισμό και ο ευρωπαϊκός φιλελευθερισμός όχι απλώς αμφισβήτησαν αλλά αποκαθήλωσαν από το ιδεολογικό και θεολογικό βάθρο τους αντιλήψεις ότι οι ανώτερες κοινωνικά και οικονομικά τάξεις ήτανε ευλογημένες και ευνοημένες από τον Θεό και οι τάξεις των «αθλίων» για κάποιους πάντα αδιευκρίνιστους λόγους τιμωρημένοι από αυτόν. Οι νέες πολιτικές και οικονομικές αντιλήψεις με τη σειρά τους δεν έμειναν μόνο σε μια θεωρητική καταδίκη της τότε κοινωνικής πραγματικότητας αλλά έδωσαν πολιτικά και οικονομικά εργαλεία ανάλυσης των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Έτσι υπήρξε πλέον και η πρακτική απόδειξη (και ειδικά μετά τη βιομηχανική επανάσταση) με τις ανερχόμενες οικονομικά κοινωνικές τάξεις των εμπόρων και των βιοτεχνών και τους ανθρωπους των νέων επαγγελμάτων να έχουν να παρουσιάσουν απτά παραδείγματα ατόμων που μπορούσαν να επιβιώσουν άνετα ή ακόμη και να συγκεντρώνουν πλούτο χωρίς απαραίτητα «την ελέω Θεού» ευγενική καταγωγή.

Στα παραπάνω πρέπει να προσθέσει κανείς το ιστορικό γεγονός ότι μετά τη κατάλυση του δυτικού τμήματος της ρωμαΐκής αυτοκρατορίας ο ευρωπαϊκός χώρος δεν γνώρισε ουσιαστικά ποτέ για μεγάλο χρονικό διάστημα αυτοκρατορικές δομές. Αντίθετα η αλληλοδιαδοχή μεγάλων ή μικρών κρατικών οντοτήτων έστω και απολυταρχικών και φεουδαρχικών επέτρεψε από τη μία την ύπαρξη πολιτικού ανταγωνισμού και από την άλλη την αποφυγή μίας ισχυρής μονοπολικής, κεντρικής και ομοιόμορφης επικυριαρχίας ενός απόλυτου ηγέτη. Ένας μηχανισμός που λειτούργησε επίσης ανάλογα με τον ανταγωνισμό μεταξύ των ελληνικών πόλεων-κρατών όπου ποτέ δεν κυριάρχησε κάποια πόλη για μεγάλο χρονικό διάστημα πάνω στις άλλες.

Ο σύγχρονος ελλαδικός χώρος υπήρξε όμως για αιώνες μια γεωγραφική επαρχία κάτω από απολυταρχικές δομές και μέσα σε ένα πλαίσιο ιδεολογικής κυριαρχίας της εσχατολογικής λογικής του χριστιανισμού, μέρος ενός μεγάλου και ενιαίου γεωγραφικού χώρο όπου η όποια αντίδραση και κριτική μπορούσε πολύ εύκολα να καταπνιγεί χωρίς να μπορεί να βρει διεξόδους. Ακόμη και μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους αυτό που ήρθε στην Ελλάδα ήταν ουσιαστικά τα απόνερα των κινημάτων, επαναστάσεων και των ιδεών που διαμόρφωσαν τη σημερινή Ευρώπη. Στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ αμφισβήτηση ακριβώς αυτής της «από ψηλά» κοινωνικής και οικονομικής διαμόρφωσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ελληνικός εθνικισμός (και κατά βάση είμαστε ακόμη μια εθνικιστική κοινωνία που πιστεύει σε ιστορική και βιολογική συνέχεια, που πιστεύει ότι παράγει αδιάλειπτα πολιτισμό τα τελευταία 4000 χρόνια και στο μεσοδιάστημα πρόλαβε και εκπολίτισε τους πάντες, διεκδικεί με τρόπο οξύμωρο την πατρότητα για τα ευρωπαϊκά επιτεύγματα στις επιστήμες και την πολιτικοκοινωνική οργάνωση την ίδια στιγμή που δεν είναι σε θέση να υποστηρίξει το ίδιο για τον εαυτό της) ταυτίστηκε ταχύτατα και απόλυτα με συγκεκριμένο θρησκευτικό/χριστιανικό δόγμα, την ορθοδοξία, η οποία με τη σειρά της ταυτίστηκε με τον παραλογισμό της εθνοφυλετική μας ύπαρξης.

Η δημιουργία λοιπόν της μεσαίας αστικής τάξης θα προϋπέθετε κριτική και σύγκρουση ακριβώς με τέτοιου είδους ιδεοληψίες. Θα προϋπέθετε άρνηση της ύπαρξης ενός νέου περιούσιου λαού ενός μοναδικού, παντοδύναμου αλλά και ιδιότροπου Θεού και λογικές σεβασμού του ατόμου σαν αυτές που υπήρξαν στις διακηρύξεις της γαλλικής και αμερικανικής επανάστασης. Στην περίπτωση αυτή όμως τέτοια κριτική θα έρχονταν αναγκαστικά σε σύγκρουση με το κυρίαρχο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο και ουσιαστικά θα έπαιρνε την εικόνα μιας αντεθνικής ή και προδοτικής ιδεολογίας.

Στην αποτυχία της ελληνικής κοινωνία να δημιουργήσει μεσαία αστική τάξη πρέπει να συνυπολογιστεί ο εν τέλει αρνητικός ρόλος της ελληνικής αριστεράς. Ως παράδοξο ενώ η ελληνική αριστερά (ουσιαστικά οι μαρξιστές και κομμμουνιστές) ήταν η μοναδική ιδεολογία στην Ελλάδα που πήρε μαζικό χαρακτήρα παρόλο που κατέκρινε το πολιτικοθρησκευτικό κατεστημένο, το έπραξε αυτό εγκαθιδρύοντας τη δική της απόλυτη και μονοδιάστατη ιδεολογία-θεολογία. Πρακτικά η ελληνική αριστερά ήθελε να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη. Υποτάχτηκε σε αυτό που βρήκε μπροστά της στην Ελλάδα, χώθηκε μέσα στο κουκούλι της ορθόδοξης σκέψης και απέκτησε ένα εσχατολογικό περιεχόμενο όπου ότι και να γίνει όσα και να αλλάξουν ο κόσμος παραμένει απάνθρωπος και εκμεταλλευτικός και η ζωή μια κόλαση και κάπου στο βάθος περιμένει τους «πιστούς» της ιδεολογίας μια κάποια, απροσδιόριστη και αυτή, σωτηρία. Για την ελληνική αριστερά η κοινωνία ήταν, είναι και θα είναι από τη φύση της χωρισμένη σε δύο τάξεις, την ολιγομελή άρχουσα και την πολυπληθή εργατική. Χώρος στη μέση δεν υπάρχει. Και το χειρότερο είναι ότι τα μέλη αυτών των δύο τάξεων έχουν θέσεις μεταφυσικά δοσμένες και μόνιμες. Σε αντίθεση, στον δυτικοευρωπαϊκό αλλά ακόμη και τον αμερικάνικο χώρο η αριστερά ενώ πρόσφερε από τη πλευρά της πολλά στην βελτίωση των συνθηκών εργασίας και των εισοδημάτων των εργαζομένων, προσαρμόστηκε ταυτόχρονα κάθε φορά στα νέα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα που έφερνε η τεχνολογική εξέλιξη, η βελτίωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, η δημιουργία νέων καταναλωτικών απαιτήσεων, η διαφοροποίηση στον τρόπο ζωής και σκέψης που φέρνει μαζί της κάθε νέα γενιά. Στη Δύση, και  αυτό το υποστηρίζω απλώς μέσα από την εμπειρία μου, περισσότερο προσαρμόζεται η αριστερά, τουλάχιστον κατά το μεγαλύτερο μέρος της, στις απαιτήσεις και τη λογική των υποστηρικτών της παρά προσπαθεί η ίδια να προσαρμόσει αυτούς στα δικά της αρχικά ιστορικά πλαίσια και εκδηλώνει πολύ λιγότερες καθοδηγητικές απαιτήσεις σε σχέση με την ελληνική εκδοχή.

Πρακτικά δηλαδή η οποιαδήποτε κίνηση ή σκέψη που θα συνεισέφερε στην αμφισβήτηση της «ελέω Θεού» κοινωνικής και οικονομικής διαστρωμάτωσης και στη δημιουργία πολιτικά συνειδητοποιημένης μεσαίας αστικής τάξης στον ελλαδικό χώρο, βρέθηκε ανάμεσα στις ιδεολογικές συμπληγάδες πέτρες είτε της ελληνορθόδοξης-εθνοφυλετικής είτε της (ελληνο)μαρξιστικής λογικής. Για την μεν πρώτη ήταν καταδικαστέα ως υποτιθέμενο προϊόν ανθελληνικών-αντιορθόδοξων στόχων για τη δε δεύτερη καταδικαστέα ως υποτιθέμενο προϊόν αντιλαϊκών σκοπών.

Advertisements
This entry was posted in Κοινωνία, Πολιτική. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s