Παρης Μπρουζος

Απριλίου 23, 2012

Όλα είναι Κόμμα

Filed under: Θρησκεία, Ιστορία, Κοινωνία, Φιλοσοφία — Πάρης Μπρούζος @ 7:16 μμ

Αν μου λέγανε να ονομάσω μία αιτία όχι μόνο για την οικονομική αποτυχία μας (που είναι και το λιγότερο) αλλά για όλα τα επιμέρους προβλήματα που οδήγησαν σε αυτή θα ανέφερα την έλλειψη κοινωνικής συνείδησης.  Η ελληνική κοινωνία είναι ένα σύνολο ατόμων με πολλά προσωπικά συμφέροντα αλλά ελάχιστη κατανόηση της λογικής μιας κοινής προσπάθειας. Ένα σύνολο ατόμων που περά από την κοινή γλώσσα και ορισμένα κοινά έθιμα δεν παρουσιάζουν κάποιον άλλον συνεκτικό δεσμό μεταξύ τους.

Ας ξεκινήσω από το εξής: θεωρώ ότι στην κοινωνική εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών υπήρξανε αποκλειστικά δύο πρότυπα ανάπτυξης πάνω στα οποία στηρίζονται το είδος των προσωπικών και κοινωνικών σχέσεων και το πλέγμα (αλληλεπίδραση μεταξύ των ατόμων) που αυτές δημιουργούνε. Το πρώτο μοντέλο στηρίζεται στη σύγκρουση (ή έστω στην τάση για σύγκρουση) του ανθρώπου με το μεταφυσικό και το δεύτερο στην υποταγή του ανθρώπου στο μεταφυσικό ή αλλιώς στην απουσία σύγκρουσης με αυτό.

Καθώς το μεταφυσικό είναι προϊόν της ανθρώπινης φαντασίας όπως π.χ η Χιονάτη ή ο Πινόκιο σύγκρουση με το μεταφυσικό σημαίνει ουσιαστικά σύγκουση του ανθρώπου με τον εαυτό του. Για να γίνει καλύτερα αντιληπτό ας σκεφτεί κάποιος τι απάντηση θα δώσει ένας 20άρης στην ερώτηση αν υπάρχει ο Πινόκιο και τι απάντηση ο ίδιος άνθρωπος στην ηλικία των 3 ή 4 ετών. Για να έχει πάψει η πίστη στην υπαρξη του Πινόκιο στα 20 ουσιαστικά σημαίνει αυτό ότι το άτομο των 20 καθώς μεγαλώνει έχει συγκρουστεί με τον εαυτό του των 4 ετών. Αλλιώς και ένας 20άρης θα έδινε θετική απάντηση στο ερώτημα. Αλλά όταν μιλάμε στην καθημερινότητα για το μεταφυσικό (ουσιαστικά θρησκεία) πρόκειται για μία έννοια πολυπλοκότερη καθώς οι άνθρωποι το χρησιμοποιούνε για να εξηγήσουν φυσικά φαινόμενα, για να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα ή ακόμη την ίδια τους την ύπαρξη αλλά εξίσου πολύ σημαντικό για την διαμόρφωση ιεραρχικών δομών και ερμηνεία κοινωνικών φαινομένων. Η αποσύνδεση λοιπόν από την θρησκεία απαιτεί έναν πολύ μεγαλύτερο βαθμό σύγκρουσης που ξεπερνάει την έννοια της αυτοκριτικής.

Η σύγκρουση του ατόμου με το μεταφυσικό ήταν και είναι η ικανή και αναγκαία συνθήκη για κίνηση της κοινωνίας προς τον εκδημοκρατισμό και απόκτηση κοινωνικής συνείδησης. Οι δύο αυτές έννοιες είναι αλληλοεξαρτώμενες, έχουν σχέση συνεπαγωγής. Ουσιαστικά η ιδέα της δημοκρατίας ως ιδέα εμφανίστηκε στην ανθρώπινη ιστορία δύο φορές: η πρώτη στην ελληνική πόλη-κράτος και η δεύτερη στη Δύση. Η σύγκρουσης με το μεταφυσικό και ηπροσπάθεια για μία ορθολογική ερμηνεία του κόσμου έδωσε το κατάλληλο υπόστρωμα για αντίστοιχη πολιτική εξέλιξη που απουσίασε πρακτικά από άλλες κοινωνίες της εποχής. Το ίδιο ισχύει και για την επόμενη μακρά πορεία εκδημοκρατισμού που εμφανίστηκε στη δυτική και βόρεια Ευρώπη με την Αναγέννηση. Και συνέβη στη Δύση και όχι αλλού επειδή εκεί ακριβώς συνέβη εκ νέου η σύγκρουση του ανθρώπου με το μεταφυσικό και τη θρησκεία. Αυτό που είχε ως αφετηρία την κριτική απέναντι στην πολιτική και κοινωνική εξουσία της Καθολικής Εκκλησίας συνεχίστηκε ως κριτική απέναντι στο δόγμα με την γέννηση του προτεσταντισμού, πέρασε αργότερα σε φάση κριτικής ολόκληρου του χριστιανικού οικοδομήματος και της οργανωμένης θρησκείας και έφτασε τελικά στην αμφισβήτηση της ύπαρξης του Θεού.

Έξω από αυτά τα παραδείγματα και ανεξάρτητα από το χρόνο και τη γεωγραφική θέση η οργάνωση των κοινωνιών στηρίζεται πρακτικά στην υποταγή του ανθρώπου στο μεταφυσικό (το παράδειγμα της Ρώμης ή το σύγχρονο χωρών όπως π.χ η Ιαπωνία θεωρώ ότι είναι προϊόντα των δύο βασικών πηγών).

Η σημερινή ελληνική κοινωνία είναι ιδεολογικό προϊόν του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας και η συμπεριφορά μας μόνο κάτω από αυτό το πρίσμα μπορεί να εξηγηθεί. Για να γίνει αυτό πιο σαφές θα χρησιμοποιήσω το παράδειγμα των μουσουλμανικών χωρών.

Όλοι ξέρουμε πόσο πιστά ακολουθούνε το Κοράνι οι μουσουλμάνοι. Θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι εφόσον τα άτομα ακολουθούνε όλες τις τέλειες ηθικές επιταγές του Κορανίου οι κοινωνίες που σχηματίζουν θα ήτανε οι καλύτερες του κόσμου. Θα περίμενε κανείς ότι θα πρόκειται για τις κοινωνίες με τα λιγότερα προβλήματα είτε μιλάμε για κρατική οργάνωση και εφαρμογή νόμων είτε για καθημερινή συμπεριφορά των ανθρώπων. Εκείνες με τα καλύτερα και δικαιότερα συστήματα δικαιοσύνης, εκπαίδευσης και πολιτικής οργάνωσης αλλά και αλληλοσεβασμού στην καθημερινότητα της ζωής. Και αυτό γιατί ένας ηθικός κώδικας συμπεριφοράς που προέρχεται απο την τελειότητα του Θεού θα είναι και αυτός τέλειος. Απεναντίας όμως οι μουσουλμανικές κοινωνίες πρόκειται για μερικές από τις πιο καταπιεστικές και πολιτικά οπισθοδρομικές του κόσμου. Παράγουν φτώχεια, οικονομική και τεχνική καθυστέρηση, εκμετάλλευση κάθε είδους και ασφυκτικό ηθικολογικό έλεγχο της ζωής τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.

Οι θεολογικού τύπου ή θεοκρατικές  κοινωνίες πάσχουν από αυτό από το οποίο πάσχει κάθε κοινωνία δέσμια της θεολογικής σκέψης. Τα άτομα προσπαθούν να ικανοποιήσουν το θέλημα μια υποτίθεται υπαρκτής εξωκόσμιας οντότητας, αδιαφορώντας φυσικά για τις επιπτώσεις των ατομικών πράξεων στη ζωή άλλων ανθρώπων. Αν υπάρχει ένα δίλημμα και ένας πιστός πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στο Α που θα είναι το θέλημα του Θεού αλλά δυσαρεστεί συμπολίτες του και το Β που είναι μια πράξη που θα αφήνει  ευχαριστημένο τους συμπολίτες του θα επιλέξει φυσικά το Α.

Αν πάρουμε ως μέτρο σύγκρισης το σώμα ενός πολυκύτταρου οργανισμού αυτό αποτελείται από δεκάδες διαφορετικούς τύπους κυττάρων, διαφορετικών ιστών και δομών και διαφορετικών οργάνων. Που όμως όλα μαζί αποτελούνε ένα λειτουργικό σύνολο. Το πέρασμα από μονοκύτταρες σε πολυκύταρρες μορφές ζωής προϋπέθετε δημιουργία επιπέδων συνεργασίας. Αν λοιπόν ξαφνικά αποφασίσουν τα κύτταρα ότι υπάρχει  μια εξωσωματική οντότητα που τα δημιούργησε, την οποία πρέπει να λατρεύουν και της οποίας το θέλημα πρέπει να ακολουθούνε αν θέλουν να σώσουν την ψυχή τους το πρόβλημα δε θα το έχει η εξωσωματική οντότητα αλλά ο οργανισμός, μέλη του οποίου είναι. Και αυτό γιατί αντί να επιτελούνε το έργο που έχουν αναλάβει αδιαφορούνε και παύουν να συνεργάζονται γιατί πρέπει να χρησιμοποιούνε το χρόνο και τις δυνάμεις τους για να ευχαριστούνε την εξωσωματική οντότητας.

Ο σκοπός του πιστού ή του ανθρώπου που είναι να ζήσει με τρόπο ώστε να σώσει τη ψυχή του. Πρόκειται για έναν αποκλειστικά προσωπικό αγώνα και περιθώριο για παρακάμψεις ή για ματιές δεξιά και αριστερά δεν υπάρχει. Είναι λοιπόν αδιάφορο για τον πιστό αν η συμπεριφρά του βλάπτει ή ενοχλεί συνανθρώπους του. Δεν υπάρχει καν ως εναλλακτική ή στιγμιαία αντίδραση η πιθανότητα να διαθέσει κάποιος χρόνος και να σκεφτεί ότι ίσως το θέλημα του Θεού να δημιουργεί πρόβλημα σε άλλους ανθρώπους. Και αυτό επειδή είναι αδιάφορο για το άτομο που θέλει να σώσει την ψυχή του η κρίση του συμπολίτη. Αυτό για το οποίο ενδιαφέρεται είναι η κρίση του Θεού σε κάποια μετα θάνατο ζωή.

Πρακτικά αν κάτι καταφέρνει η θρησκεία και ακόμη περισσότερο ο μονοθεϊσμός στον άνθρωπο είναι να του τρέφει την ματαιοδοξία, να του γιγαντώνει τον εγωϊσμό και να τον αποσυνδέει έτσι από οποιαδήποτε μορφή συνεργατικής συμπεριφοράς.

Ισχυριζόμαστε από την άλλη συνεχώς στην Ελλάδα ότι όταν στην Δύση συνέβαιναν μεγάλης κλίμακας πολιτικές και πολιτισμικές αλλαγές εμείς ήμασταν τμήμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αλλά η ιστορία του πλανήτη και των ανθρώπων του δε μπορεί να ιδωθεί μέσα απο το απλοϊκό πλαίσιο Έλληνες εναντίον Τούρκων. Υπάρχουν δεκάδες άλλες κοινωνίες στον πλανήτη που τα ρεύματα της αμερικάνικης ή της γαλλικής επανάστασης και του Διαφωτισμού δεν τις επηρέασαν στο ελάχιστο. Χωρίς να έχουν Τουρκοκρατία. Εξάλλου για ποιο λόγο να μην επηρεάζονταν και οι Οθωμανοί από τις νέες αντιλήψεις από τη Δύση; Υπήρχαν αντικεμενικοί λόγοι που απέκλειαν το γεγονός; Και αν ναι, ποιοι;

Η αλήθεια είναι ότι η ύπαρξη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας πολύ μικρό ρόλο έπαιξε στην απομόνωση των ορθόδοξων κοινωνιών καθώς αυτές αποδείχτηκαν πολύ ικανές από μόνες τους να μείνουν προσκολλημένες στο παρελθόν και στην παράδοση και να διατηρήσουν κάθε είδους οπισθοδρομική δομή και κουλτούρα. Το καλύτερο παράδειγμα είναι η τσαρική Ρωσία που αν και κοντά γεωγραφικά με τη Δύση και χωρίς τουρκοκρατία η βιομηχανική επανάσταση και οι νέες πολιτικές και κοινωνικές αντιλήψεις του Διαφωτισμού δεν την άγγιξαν ουσιαστικά στο ελάχιστο. Στο πεδίο ιδεολογικού ελέγχου μιας Ορθόδοξης Εκκλησίας κάτι τέτοιο αποδείχτηκε πρακτικά αδύνατο όπως ακριβώς ήταν αδύνατο στον ισλαμικό κόσμο.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο κομμουνισμός πρωτοεγκαθιδρύθηκε στην Ρωσία. Ο Καρλ Μαρξ εμπνεύστηκε την κριτική του για το καπιταλιστικό σύστημα από την παραμονή του στην βιομηχανική Αγγλία και γενικότερα από την πορεία του καπιταλισμού στη Δύση. Δεν είχε πάντως σε καμία περίπτωση το μυαλό του τη Ρωσία όταν συνέγραφε το Κεφάλαιο. Και όμως το πρώτο μαρξιστικό καθεστώς εγκαθιδρύθηκε στη Ρωσία, μια χώρα ουσιαστικά αγροτική, παγωμένη στο χρόνο. Δεν υπηρξε ίχνος καπιταλιστικού συστήματος στη Ρωσία του 1917, η κοινωνία είχε δύο τάξεις. Ο τσάρος με τους φεουδάρχες (βογιάρους) και το ιερατείο από τη μία και οι δουλοπάροικοι (μουζίκοι) από την άλλη. Επρόκειτο πρακτικά για μία χώρα ακινητοποιημένη χρονικά στο φεουδαρχικό σύστημα του μεσαίωνα. Η θρησκοληψία, ο ανορθολογισμός και η δεισιδαιμονία του ορθόδοξου τρόπου σκέψης παρείχε το κατάλληλο υπόστρωμα για αντικατάσταση του ουράνιου παραδείσου σε κάποιον απροσδιόριστο χρόνο από έναν επίγειο εδώ και τώρα. Ο ένας και μοναδικός Θεός και η μοναδική του αλήθεια αντικαταστάθηκε εύκολα από το ένα και μοναδικό αληθινό κόμμα και την δική του μοναδική αλήθεια. Ο κυριότερος λόγος που απέτυχε ο κομμουνισμός ως σύστημα ήταν ότι σκοπός των ατόμων ήταν να αφήνουν ευχαριστημένη την οντότητα που αντικαθιστούσε το Θεό: το Κόμμα, το πολιτικό Γραφείο, την εκάστοτε κομματική ηγεσία. Το κριτήριο για να κριθεί και να ερμηνευθεί μία πράξη ήταν αν αυτή έδειχνε ότι το άτομο μπορούσε να αποδειχτεί καλός τηρητής των επιθυμιών του κόμματος και των στελεχών του και όχι αν όντως επηρέαζε θετικά την κοινωνία.

Από την άλλη μπορεί κανείς να κατανοήσει καλύτερα την ιστορική πορεία του Ιουδαϊσμού, του Χριστιανισμού και του Ισλάμ και τη μαζικότητα που απέκτησαν οι δύο τελευταίοι αν τους δει ως τα πρώτα κόμματα της Ιστορίας. Αντίστοιχα κάθε κόμμα σε οποιαδήποτε χώρα είναι από τη φύση του μια θεολογική μονοθεϊστικού τύπου κατασκευή. Μια δομή πιθανώς ανοιχτή στον οποιοδήποτε αλλά με στόχο να κατασκευαστεί ένα κλειστό σύστημα με σαφή σκοπό να προσφέρει ασυλία στα μέλη της απέναντι στους νόμους αλλά και σε μέλη αντίπαλων ομάδων. Η ισχύς αυτών των δομών και αυτής της πρακτικής φαίνεται από το γεγονός ότι η ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ταυτίζεται ουσιαστικά με την ιστορία ενός κόμματος. Αν διαβάσει κανείς την ιστορία του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος της Γερμανίας πρέπει να διαβάσει και την ιστορία του Β΄ΠΠ. Αν διαβάσει κανείς την ιστορία του Β΄ΠΠ πρέπει να διαβάσει και την ιστορία του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος της Γερμανίας.

Η ιστορία των κομμουνιστικών καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης είναι εξίσου ιστορίες (των κομμουνιστικών) κομμάτων. Ο συγκεκριμένος τρόπος διακυβέρνησης υπήρξε όσο υπήρξαν και τα κομμουνιστικά κόμματα.

Η λειτουργία των κομμάτων στην Ελλάδα και η κομματοκρατία είναι ένα επίσης ένα άριστο παράδειγμα για να γίνει κάτι τέτοιο αντιληπτό. Αλλά αυτή η θεολογική (Ορθόδοξη) νοοτροπία του τέλειου της ανοιχτής-κλειστής ομάδας είναι παρούσα σε κάθε τομέα και πτυχή της κοινωνικής ζωής. Στην οικονομία, στον αθλητισμό, στις τέχνες, στην επιστήμη, στην εκπαίδευση. Σε κοινωνίες όπως η ελληνική η συμετοχή σε μια ομάδα παίζει κρίσιμο ρόλο στην καθημερινή επιβίωση, στη χρήση φυσικών πόρων, στην απόκτηση αγαθών αλλά εξίσου στην προσπάθεια για αποκλεισμό ανταγωνιστικών ομάδων. Συνέπεια αυτών είναι ότι στην Ελλάδα ο διαχωρισμός μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού είναι ελάχιστος. Η λογική του κόμματος/της κλειστής ομάδας/του δόγματος είναι κυρίαρχη στη ζωή μας. Το κράτος και κάθε τι δημόσιο (π.χ δημόσιο χρήμα, πανεπιστήμιο, κρατικοί οργανισμοί , δημόσιες υπηρεσίες) αντιμετωπίζεται με ιδιοκτησιακή αντίληψη από πυραμίδες συμφερόντων ή κλειστές ομάδες.

Η συγκρότηση τέτοιων ομάδων με σκοπό την υπερκέραση ενός κοινού τόπου (νόμος, δημόσιο αγαθό, κοινό ταμείο) είναι επίσης κρίσιμος παράγοντας για την αντιμετώπιση του κοινού «κινδύνου»: κάθε άποψης ή πρακτικής που θα απειλούσε το συγκεκριμένο σύστημα αξιών και συμπεριφοράς. Μην ξεχνάμε ότι μόλις μια δεκαετία πριν ξεσπάσει το οικονομικό πρόβλημα η ελληνική κοινωνία κατέβαινε στους δρόμους ελεγχόμενη από το ιερατείο στο υποτίθεται θέμα των ταυτοτήτων. Ένας αναχρονισμός συμπεριφοράς ερχόμενος από άλλες πολύ παλαιότερες εποχές.

Η διαφορά είναι ότι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες η καταστροφική δύναμη τέτοιων κλειστών συστημάτων έχει τιθασευτεί εν πολλοίς από την κοινωνία. Επειδή σε τελευταία ανάλυση η ποιότητα της δημοκρατίας είναι ισχυρά εξαρτημένη από τη διάθεση των ατόμων μιας κοινωνίας να δεχτούνε κανόνες συμβίωσης.

Ο ορθόδοξος τρόπος σκέψης μας που αναζητά μονίμως μοναδικές «τέλειες» λύσεις και που μέχρι να τις βρούμε δε πρέπει να κάνουμε τίποτα, ως εγκατεστημένη νοοτροπία εξακολουθεί να είναι το πραγματικό εμπόδιο στην αποδοχή καινοτομιών, αλλαγών, συνύπαρξη διαφορετικών απόψεων και τρόπων ζωής αλλά και βασικών κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς και συμβίωσης. Ο σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός ως παιδί απολυτότητας θυμίζει στάσιμο νερό. Δεν υπήρξε ποτέ κίνηση προς κάποια κατεύθυνση. Είναι ένα προϊόν που αυτοεπιβεβαιώνεται και κενό από κάθε είδους αυτοαμφισβήτηση και εσωτερική σύγκρουση.

Αν ρωτήσει κανείς 100 Έλληνες αν είναι περήφανοι για την ιστορία τους φαντάζομαι σε ένα ποσοστό που θα κυμαίνεται από 90 μέχρι 100% θα απαντήσουνε χωρίς δεύτερη σκέψη «Ναι, φυσικά». Αν όμως γυρίσει κανείς το κεφάλι του προς τα πίσω θα δει ότι τον 20ό αιώνα υπήρξανε στην Ελλάδα πάνω από δέκα επεμβάσεις του στρατού στην πολιτική ζωή εκ των οποίων οι 4-5 κατέληξαν σε δικτατορίες. Αν προσθέσει κανείς και τα 20 χρόνια του μεταπολεμικού αστυνομικού κράτους έχει μπροστά του την πολιτική ιστορία μια οποιαδήποτε χώρας της Κεντρικής ή Νότιας Αμερικής. Χώρες όπου οι κοινωνίες έχουν ζήσει δεκάδες δικτατορίες και που ταυτόχρονα βρίσκονται σε μόνιμο επαναστατικό αναβρασμό. Και όμως θεωρούμε ότι είμαστε έθνος ανάδελφο και ότι η ελληνική ιστορία είναι κάτι το ιδιαίτερο που το μόνο που τις αξίζει είναι θαυμασμός.

Απριλίου 2, 2011

Η μέρα που ο Θεός δημιούργησε τον εαυτό του

Filed under: Ορθολογισμός, Φιλοσοφία — Πάρης Μπρούζος @ 10:59 μμ

Υπόθεση εργασίας 1: Όντως υπάρχουν μεταφυσικές οντότητες.

Υπόθεση εργασίας 2: Η μεταφυσική αντίληψη του μονοθεϊσμού. Όντως ότι υπάρχει ένας και μοναδικός Θεός με όλες τις ιδιότητες που του προσάπτουν οι μονοθεϊστικές θρησκείες, παντοδύναμος, αναλλοίωτος, βλέπει και ακούει τα πάντα, γνωρίζει τα πάντα, σχεδιαστής και δημιουργός του Παντός στην κάθε του λεπτομέρεια. Δημιουργός όλης της μη ζωντανής ύλης, ακυτταρικών δομών ανάμεσα στο ζωντανό και μη-ζωντανό που τους λέμε ιούς αλλά και δημιουργός ζωντανών μονοκύτταρων και πολυκύτταρων, προκαρυωτικών και ευκαρυωτικών, φυτικών και ζωϊκών οργανισμών. Δημιουργός κάθε πιθανού και απίθανου πλάσματος. Μεταξύ αυτών και ο άνθρωπος.

Υπόθεση εργασίας 3: Ο χριστιανισμός έχει δίκιο για την αντίληψη του Θείου και αυτός έστειλε το γιό του πριν από 2000 γήϊνα χρόνια να μας σώσει από τις αμαρτίες μας. Και έστω ότι ένα από τα πιο βασικά εργαλεία σωτηρίας της ψυχής είναι η ταπείνωση του ανθρώπου μπροστά στο Θεό.

Υπόθεση εργασίας 4: από τον πλανήτη Γη λείπει ο άνθρωπος. Δεν είναι και δύσκολο 1ον)  επιστημονικά υπήρξαν και γεωλογικές εποχές που δεν υπήρξε άνθρωπος στη Γη, 2ον) θεολογικά με βάση την Π.Δ ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο την έκτη μέρα το οποίο σημαίνει ότι υπήρξε χρόνος κατά τον οποίο άνθρωπος δεν υπήρξε.

Δεδομένο: Αυτό που «μένει» είναι μη ζωντανή ύλη, ακυτταρικές δομές ανάμεσα στο ζωντανό και μη-ζωντανό, μονοκύτταροι και πολυκύτταροι, προκαρυωτικοί και ευκαρυωτικοί, φυτικοί και ζωϊκοί οργανισμοί.

Τι θα ήταν λοιπόν ο Θεός χωρίς τον άνθρωπο; Ας φανταστούμε την αξία του Θεού σε έναν τέτοιο κόσμο. Ποια μορφή μη ζωντανής ύλης  και ποιο ή ποια απ΄όλα τα όντα, που θα έχουν μείνει θα έχει γνώση της ύπαρξης του Θεού; Ποιό από όλα θα ασχολείται με το τι θέλημα έχει ο Θεός και το τι πρέπει να κάνει για να τον αφήσει ευχαριστημένο; Ποιο θα χτίζει κτίρια για το χατήρι του και ποιο θα τον επικαλείται σε καλές και κακές στιγμές; Ποιο θα έχει ειδικές τελετουργίες και θα μνημονεύει το όνομά του για βοήθεια και σωτηρία και ποιο θα προπαγανδίζει την ύπαρξή του στα νέα μέλη;

Όλα αυτά αλλάζουν με μιας όταν εισάγεται στην εξίσωση ο παράγοντας άνθρωπος. Τότε ο Θεός βγαίνει από την ασημαντότητά του και γίνεται το κεντρικό σημείο αναφοράς για εκατομμύρια όντα που ασχολούνται με τις επιθυμίες του, τα τερτίπια του, γράφουν για αυτόν, τραγουδούν για αυτόν, χτίζουν κτίρια για να τον υμνούνε, πολεμούν για αυτόν, σκοτώνουν για αυτόν.

Γεννιούνται λοιπόν τα ερωτήματα:

Πρέπει ο άνθρωπος να είναι ταπεινός μπροστά σε αυτόν τον Θεό ή ο Θεός μπροστά στον άνθρωπο;

Πρέπει ο άνθρωπος να χρωστάει ευγνωμοσύνη σε αυτόν τον Θεό ή ο Θεός στον άνθρωπο;

Η δημιουργία του ανθρώπου από τον Θεό ήταν πράξη αγάπης ή τελικά πράξη ναρκισσισμού και εγωϊσμού;

Νοεμβρίου 11, 2009

Η παντογνωσία του Θεού και η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου

Filed under: Φιλοσοφία — Πάρης Μπρούζος @ 9:07 πμ

Ελεύθερη βούληση

Εγείρονται πολλές φορές ερωτήσεις από άθρησκους και άθεους ανθρώπους αλλά και από θρήσκους γιατί ο Θεός (στη μονοθεϊστική εκδοχή της θρησκείας που έτσι και αλλιώς κυριαρχεί αριθμητικά σήμερα) δεν κάνει ένα μικρό μαγικό και να εξαφανίσει μια και καλή το κακό από τον κόσμο. Πόλεμους, ασθένειες, πείνα, δυστυχία κλπ. Ή γιατί δεν εμφανίζεται μια και καλή σε όλους με όλη τη μεγαλοπρέπειά του και να αποδείξει την παρουσία του; Η τυπική απάντηση είναι ότι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο την ελεύθερη βούληση και όλο αυτό το κακό είναι ακριβώς αποτέλεσμα των επιλογών των ίδιων των ανθρώπων. Και ότι φυσικά δεν θέλει να εξαναγκάσει τον άνθρωπο να πιστέψει σε αυτόν αλλά αυτός να το επιλέξει από μόνος του.

Αν όμως ισχύει το επιχείρημα της ελεύθερης βούλησης τότε αυτή έρχεται σε σύγκρουση με την παντογνωσία του Θεού (χριστιανικού ή μουσουλμανικού), δηλαδή την  δυνατότητα του να γνωρίζει τα πάντα. Η επίκληση της ελεύθερης βούλησης όμως θα είχε λογική εάν ο φορέας της, δηλαδή ο άνθρωπος μπορούσε να αποφασίσει με τρόπο που ο Θεός δε θα μπορούσε να γνωρίζει εκ των προτέρων. Αν μπορούσε δηλαδή ένας άνθρωπος να αιφνιδιάσει τον Θεό με τις αποφάσεις του. Αν ο Θεός όμως γνωρίζει (ως παντογνώστης) εξ αρχής π.χ τις αποφάσεις του η ελεύθερη βούληση δεν υφίσταται επειδή μπροστά σε ένα δίλλημα η απόφασή του είναι ήδη γνωστή για τον Θεό πριν καν παρθεί από αυτόν.

Πρακτικά δηλαδή αν πάρουμε ως δεδομένη την ύπαρξη του παντογνώστη Θεού η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου δεν υφίσταται καθώς θα συγκρούονταν με τη γνώση του Θεού. Εκτός και αν αποφασίσουμε ότι ο Θεός δε γνωρίζει τις αποφάσεις μας άρα και τα μελλούμενα οπότε σε αυτή την περίπτωση παρουσιάζεται ως ένας Θεός με αδυναμίες, ο οποίος δρα και αυτός μέσα σε ορισμένα όρια.

Αλλά υπάρχει και το εξίσου μεγάλο θέμα με την ελεύθερη βούληση του ίδιου Θεού και τη σχέση του Θεού όχι με τον κόσμο και τον άνθρωπο αλλά με τον εαυτό του. Θα πρέπει να πάρουμε ως δεδομένο ότι υπήρχε μια χρονική στιγμή στην οποία ο Θεός θα πρέπει να ήταν μόνος του. Την χρονική περίοδο δηλαδή όπου δεν είχε δημιουργήσει τίποτα και άρα ενώ το καλό υπήρξε (προσωποιημένο από τον ίδιο) το κακό δεν υπήρξε. Ήξερε λοιπόν ο Θεός όταν έφτιαχνε τον κόσμο εκ των προτέρων την πορεία του; Ήξερε πριν ακόμη κάνει το οτιδήποτε ότι από τα δημιουργήματά του θα αποκτούσε τον μεγάλο του αντίπαλο, τον διάβολο ο οποίος είναι λέει εκπεσών άγγελος; Γνώριζε εκ των προτέρων ότι αργότερα ένα άλλο δημιούργημά του, ο άνθρωπος θα αποφάσιζε στην Εδέμ να φάει τον καρπό από το δέντρο της γνώσης; Αφού ο Θεός είναι παντογνώστης φυσικά και ήξερε. Και τα δύο γεγονότα. Παρόλα αυτά αποφάσισε να δημιουργήσει τον κόσμο όπως ακριβώς τον δημιούργησε. Δεν μπορούσε λοιπόν ή δεν ήθελε να φτιάξει έναν κόσμο τέλειο εξασφαλίζοντας από την αρχή την απουσία του κακού;

Αν ήθελε;

Ήθελε αλλά δε μπορούσε μήπως στο επίπεδο της πράξης; Κάτι τέτοιο είναι αδυναμία του και άρα δεν είναι τέλειος ο ίδιος. Και αν δε μπορούσε να φτιάξει από την αρχή έναν τέλειο κόσμο πώς είναι δυνατό να εμπιστευτεί κανεις την κρίση του τη Δευτέρα παρουσία.

Μήπως όμως δε μπορούσε στο επίπεδο της απόφασης; Ουσιαστικά αυτό σημαίνει, έχει ο Θεός ελεύθερη βούληση ή ήξερε για τον εαυτό του ότι θα αποφάσιζε έτσι; Στην περίπτωση αυτή ο Θεός δεν έχει ούτε αυτός ελεύθερη βούληση αφού δεν μπορούσε να αιφνιδιάσει ούτε τον εαυτό του. Ήταν δηλαδή αναγκασμένος να αποφασίσει όπως ξέρουμε ότι αποφάσισε κάτι που περαιτέρω σημαίνει ότι και ο ίδιος ο Θεός υπακούει σε μία κάποια Ειμαρμένη. Σε κάποια απροσδιόριστη δύναμη δηλαδή στην οποία και αυτός είναι δέσμιος. Ακόμη δηλαδή και αυτός ο Θεός του μονοθεϊσμού είναι εγκλωβισμένος σε επιλογές που ο ίδιος προγνωρίζει και δεν μπορεί να τις αλλάξει καθώς αυτό θα έρχονταν σε αντίφαση με αυτό το οποίο ήδη ξέρει ακόμη και για τον εαυτό του.

Υπάρχει βέβαια και η προοπτική ο Θεός να έχει γνώση για γεγονότα τα οποία δεν έχουν συμβεί. Αν π.χ δεν είχε στείλει τον γιο του το έτος μηδέν κατά τον χριστιανισμό ή τον Μωάμεθ κατά τον μουσουλμανισμό ο κόσμος θα είχε φυσικά μια διαφορετική πορεία. Τα γεγονότα θα ήταν διαφορετικά. Είναι λοιπόν ένα ερώτημα αν ο Θεός γνωρίζει την πορεία που θα είχε ο κόσμος μέχρι το έτος μας (2009) η οποία όμως δεν έχει συμβεί για εμάς. Στην περίπτωση αυτή πάλι πώς ξέρουμε ότι δε θα ήταν καλύτερα τα πράγματα απ΄ότι είναι τώρα; Οι άνθρωποι φυσικά δεν μπορούμε να το ξέρουμε γιατί μας λείπουν τα δεδομένα και δε μπορούμε να κρίνουμε. Αλλά μετά είναι σαν να αποφάσισε ο Θεός για εμάς για την συνέχιση της ιστορίας και όχι ο άνθρωπος μόνος του. Κάθε παρέμβαση του Θεού στην ανθρώπινη ιστορία όπως αποστολή προφητών, του Ιησού, τα θαύματα κ.α είναι ουσιαστικά αιτίες για αλλαγή των γεγονότων σε σχέση με τα αντίστοιχά τους αν ο άνθρωπος αποφάσιζε εντελώς ανεπηρέαστος από τέτοιες παρεμβάσεις. Ουσιαστικά η ελεύθερη βούληση για τον άνθρωπο θα είχε τότε μόνο νόημα όταν ακόμη και αν υπήρχε ο Θεός αυτός δεν θα ασχολούνταν καθόλου με τα ανθρώπινα.

Και αν δεν ήθελε;

Αν όμως τελικά τίποτα από τα παραπάνω δεν ισχύει και ο Θεός μπορούσε τόσο στο επίπεδο της απόφασης όσο και στο επίπεδο της πράξης να δημιουργήσει τον τέλειο κόσμο αλλά απλώς δεν ήθελε σημαίνει αυτό ότι σε τελευταία ανάλυση σκοπίμως δημιούργησε το κακό. Και εδώ γεννάται επιπλέον το ερώτημα ποιος ο ρόλος του αντίπαλου δέους του Θεού. Για λόγους οικονομίας ας πάρουμε ως πραγματικό γεγονός την ιστορία με τον Αδάμ, την Εύα και το φίδι. Ήταν το φάγωμα του μήλου το πρόβλημα ή η ύπαρξη της μηλιάς; Ο Θεός ήξερε εκ των προτέρων (εφόσον παντογνώστης) ότι ο Διάβολος θα εισέρχονταν στον παράδεισο και θα έπειθε την Εύα να δοκιμάσει τον απαγορευμένο καρπό. Αν δηλαδή ο Θεός δεν είχε βάλει το δέντρο της γνώσης και να εισέρχονταν ο διάβολος στον Παράδεισο δε θα μπορούσε να πετύχει το σχέδιό του αφού κάτι άλλο δεν ηταν απαγορευμένο. Άρα λοιπόν είναι σαν να ήθελε ο Θεός να έρθουν τα πράγματα όπως ήρθαν. Ο Θεός επίσης δεν εμπόδισε τον Διάβολο να εισέλθει στην Εδέμ ούτε δεν έθεσε απαγορεύσεις για να προστατέψει το δημιούργημά του και να αφοπλίσει έτσι τον διάβολο. Στην περίπτωση αυτή λοιπόν μπορεί να ισχύουν οι παρακάτω τρεις υποπεριπτώσεις:

1) Ο Θεός δεν ήξερε τα σχέδια του διαβόλου (που όμως θα ακύρωνε την θέση ότι είναι τέλειος)

2) Ήταν κατά κάποιο τρόπο προσυννενοημένος με τον διάβολο να δοκιμάσει ο τελευταίος το δημιούργημά του (που όμως πάλι εγείρει θέμα παντογνωσίας του Θεού πέρα από το ηθικό της προσυνεννόησης με τον υποτίθεται μεγάλο εχθρό).

3) Ο Θεός ήθελε ο ίδιος να διαπιστώσει αν ο άνθρωπος θα υποκύψει στον πειρασμό χωρίς όμως να είναι προσυνεννοημένος με τον διάβολο (και ξανά θέμα παντογνωσίας του Θεού).

Είναι φανερό λοιπόν ότι ό,τι και ισχύει από τα παραπάνω οι επιλογές και πράξεις του Θεού και σε αυτή την περίπτωση έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με την παντογνωσία που του αποδίδουν οι θρησκείες.

Theme: Silver is the New Black. Blog στο WordPress.com.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.