Feed on
Posts
Comments

Με την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Αν. Ευρώπη και στα Βαλκάνια παρατηρήθηκε το εξής φαινόμενο: όλες αυτές οι χώρες και κοινωνίες έμοιασαν να βγαίνουν από τη βαθιά κατάψυξη. Παγωμένα μέλη, παγωμένη ματιά, παγωμένες κινήσεις, όλα παγωμένα. Η κριτική τους και άποψή τους για τον κόσμο ήταν η άποψη που είχαν στην εποχή του Μεσοπολέμου. Την εποχή δηλαδή που έζησαν πριν την κατάψυξη.

Με τον καιρό όμως οι πάγοι άρχισαν να λιώνουν. Σε κάποιες χώρες γρηγορότερα και με ταχύτερους ρυθμούς, σε κάποιες άλλες αργότερα και με χαμηλότερους ρυθμούς ή ακόμη με βήμα σημειωτόν. Έτσι κάποιες από τις χώρες της Αν. Ευρώπης κάνουν βήματα προς τα εμπρός. Με πισωγυρίσματα ίσως, που όμως είναι φυσικό αλλά η γενικά κίνηση είναι προς τα εμπρός. Οι βαλκανικές χώρες (αν και όχι μόνο αυτές) δυστυχώς ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία. Πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία, εθνικιστική έξαρση σε κάποιες άλλες. Π.χ η ΠΓΔΜ. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι οι αντιπαραθέσεις μεταξύ βαλκανικών χωρών γίνονται με ορολογία 1910-1920. Εποχή των βαλκανικών πολέμων.΄

Υπάρχει όμως μία χώρα που κάνει το ακατόρθωτο: μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο (Β’ΠΠ) αν και δε βρέθηκε στην κατάψυξη πάντως τοποθετήθηκε με τη θέλησή της στη συντήρηση (στους 4°C). Έτσι περιορίστηκε η εξέλιξή της και η ανάπτυξή της σε όλα τα επίπεδα. Μετά το 1990 θα περίμενε κανείς ότι αυτή η χώρα θα επιθυμούσε να βγεί από τη συντήρηση, να περάσει σε θερμοκρασία τουλάχιστον δωματίου και να αρχίσει να αναπτύσσεται. Σε σχέση με τις άλλες χώρες της Α. Ευρώπης είχε μάλιστα το συγκριτικό πλεονέκτημα. Μη ξεχνάμε ότι οι άλλοι ήταν στους -80°C. Και εμείς στους 4°C.

Φευ! Σε αυτή τη χώρα οι κάτοικοί της κάνουν τα πάντα προκειμένου να μπούνε στην κατάψυξη!!! Και το καταφέρνουν!!! Παραδείγματα; Κριτική της πώλησης ποσοστού τηλεπικοινωνιακού οργανισμού σε αλλοδαπή εταιρία με ορολογία και λογική από την εποχή του Β’ΠΠ, διαδηλώσεις με αιτήματα άλλων εποχών (εκατομμύρια διορισμοί στο δημόσιο, συνταξιοδότηση στα 50 το πολύ 60), ξυλοδαρμοί και μόνιμες καταλήψεις και αναταραχές στα Πανεπιστήμια. Γίνονται τα πάντα προκειμένου να μη παράγεται και να μην εξελίσσεται τίποτα. Φαντάζομαι θα οργανωθούνε στο τέλος και συλλαλητήρια εναντίον του πολέμου του Βιετνάμ, φοιτητές θα κλειστούνε στο Πολυτεχνείο και θα φωνάζουνε «κάτω η Χούντα», πρώτη είδηση στα δελτία θα γίνει η δολοφονία του Κένεντι, δημοσιογράφοι θα θέλουν να πάρουν συνέντευξη από τον Ε. Βενιζέλο ή τον Κεμάλ κ.λ.π.

Ε, αυτή η χώρα είναι η Ελλάδα.

Αν και δεν είμαι Ελλάδα παρακολουθώ την ελληνική επικαιρότητα με σχετική λεπτομέρεια μέσω Διαδικτύου. Αν κάτι είναι σαφές από όσα διαβάζω και βλέπω είναι ότι η μεγάλη πλειοψηφία όσων ανήκουν στις κορυφές της όποιας εξουσίας (πολιτικής, συνδικαλιστικής, θρησκευτικής κλπ) ή είναι μέρος αυτής ή μπορούν να ασκούν επιρροή μέσω τηλεόρασης, ραδιοφώνου και εφημερίδων ποντάρουν πρωτίστως σε ένα πράγμα: την κακομοιριά και τη μιζέρια που διαχέουν την ελληνική κοινωνία.

Οι πολίτες στην Ελλάδα αντιμετωπίζονται ως ανώριμα, ανεύθυνα πλάσματα που δεν έχουν ξεπεράσει την ηλικία των 10 ετών. Από την πλευρά τους οι πολίτες θέλουν να αντιμετωπίζονται ακριβώς έτσι είτε από το πολιτικό σύστημα, είτε από την εκκλησία, ή οποιοδήποτε άλλο φορέα κρατικό ή ιδιωτικό.

Τα πάντα εμηνεύονται και επεξηγούνται με τρόπο απλοϊκό και συνάμα διπολικό-μανιχαϊστικό. Ή απόλυτα καλά ή απόλυτα κακά. Ή εθνικοί θρίαμβοι ή εθνικές καταστροφές. Στην κοινωνία υπάρχουν δύο τάξεις: φτωχοί και πλούσιοι. Οι φτωχοί εκπροσωπούν το καλό-οι πλούσιοι το κακό. Οι πολιτικοί ενδιαφέρονται μόνο για μίζες και θέσεις-ο λαός διακατέχεται από αλτρουϊστική διάθεση και πάθος για τα μεγάλα εθνικά ιδεώδη.

Είτε για μεγάλο τμήμα της αριστεράς είτε για τη δεξιά είτε για κεντρώους πρόκειται ο λαός εμφανίζεται ως μία μονοδιάστατη οντότητα που μετακινείται ως τέτοια και πάντα προς μία κατεύθυνση. Κάτι σαν λαός-αμοιβάδα δηλαδή.

Από την μία ο λαός κολακεύεται μόνιμα για την ωριμότητά του, τη σύνεσή του και την αντίληψή του, από την άλλη αντιμετωπίζεται ως ένα σύνολο κακομοίρηδων ή αδύναμων πλασμάτων που έχουν μόνιμη ανάγκη την γονεϊκή θαλπωρή του κράτους και που αξίζουν τη συμπόνοια ή και τη λύπηση κομμάτων, εκκλησίας, ΜΜΕ, συνδικαλιστικών οργανώσεων. Νοικοκυρές, χήρες, ορφανά, ανήμποροι γέροντες, φτωχοί και κατατρεγμένοι είναι οι κύριες ομάδες αυτού του λαού. Απέναντι στέκονται κερδοσκόποι, μεγαλοκαρχαρίες, κεφαλαιοκράτες, εσωτερικοί εχθροί του έθνους.

Ένα χαρακτηριστικό αυτής της νοοτροπίας είναι τα γεγονότα με την πώληση του ΟΤΕ στη Deutsche Telekom. Καταρχήν το κάψιμο γερμανικών σημαιών (που τελικά ήταν βελγικές) με τη σβάστικα από συνδικαλιστές και εργαζόμενους του ΟΤΕ ως διαμαρτυρία για την πώληση του σε γερμανική εταιρία. Η διαμαρτυρία ήταν λέει συμβολική. Στην Ελλάδα η απύθμενη ανοησία βαφτίζεται «συμβολισμός» και εξαγιάζεται. Αν κάποιος πιστεύει ότι η συγκεκριμένη πώληση βλάπτει δεν έχει παρά να ασκήσει κριτική σε οικονομικό ή πολιτικό επίπεδο και όχι φυσικά σε εθνικό/εθνολογικό. Πριν από μερικές εβδομάδες στα Σκόπια ή όπως αλλιώς λέγεται αυτή η χώρα εμφανίστηκε ελληνική σημαία με τη σβάστικα αντί για σταυρό. Φυσικά θεωρήθηκε ποταπή πρόκληση, πράξη βεβήλωσης και υπήρξαν διαμαρτυρίες και διαβήματα. Τώρα κάποιοι Νεοέλληνες έκαναν το ίδιο (έστω και με λάθος σημαία) και όλα εξηγήθηκαν ελληνικότατα: «έλα μωρέ, συμβολικά ήτανε». Ποια η σχέση μεταξύ ναζισμού και της περιόδου της Κατοχής και μιας οικονομικής ή εμπορικής συμφωνίας σήμερα κανείς δεν ξέρει. Την ίδια ώρα φυσικά εκατοντάδες χιλιάδες Νεοέλληνες κάνουν χρήση γερμανικών προϊόντων χωρίς να προσβάλεται η εθνική τους υπερηφάνια. Κάθε άλλο. Να κινείσαι με Mercedes ή BMW προσφέρει περηφάνια και κύρος.

Επίσης πολλές ελληνικές επιχειρήσες (και ο ΟΤΕ) έχουν κάνει ανάλογες εξαγορές σε άλλες βαλκανικές χώρες. Φαντάζομαι θα θεωρούσαμε πρόκληση αν σε κάθε χώρα βρίσκονταν και κάποιοι που θα είχαν την ιδέα να κάψουν ελληνικές σημαίες ή να τις διακοσμήσουν με τη σβάστικα.

Δεύτερον, η κριτική από τα υπόλοιπα κόμματα έχει ένα σαφή «πατριωτικό» περιεχόμενο λες και πρόκειται για στρατιωτική εισβολή. Λογική εκτός τόπου και χρόνου.

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι η διπολική ερμηνεία της πραγματικότητας παίρνει ασαφείς διαστάσεις και μεταβάλλεται ανάλογα με τα συμφέροντα. Εδώ, εν ριπή οφθαλμού η αγροτιά των προηγούμενων κοινών αγώνων με τις αποκοπές των εθνικών οδών μεταμορφώνεται σε «μεγαλοαγρότες» που εκμεταλλέυονται τους «αλλοδαπούς εργάτες γης». Σε μερικούς μήνες όταν θα βγάλουν πάλι τα τρακτέρ στους δρόμους διεκδικώντας επιδοτήσεις και αποζημιώσεις θα γίνουν πάλι καημένη αγροτιά.

Ένα από τα γενικότερα αποτελέσματα είναι ότι η οικονομική πολιτική κινείται σε ένα πλαίσιο μεταξύ ελεημοσύνης και φιλανθρωπίας. Οι πολίτες (με ευθύνη δική τους φυσικά) δεν αντιμετωπίζονται ως άτομα που δικαιούνται αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης μέσω της εργασίας τους αλλά ως αναξιοπαθείς που πότε πότε το κράτος (κυρίως) θα ασκεί εν είδει φιλανθρωπίας κάποια εισοδηματική ή επιδοματική πολιτική που θα ελαττώνει προσωρινά την πίεση.

Αν κάτι βρίσκω τουλάχιστον εκνευριστικό είναι εκφράσεις όπως «πνευματική ηγεσία», «πνευματική καθοδήγηση», «πνευματικός άνθρωπος», «πνευματικός πολιτισμός» και η συνεπακόλουθη ταύτιση αυτών των εκφράσεων με εντελώς συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων: συγγραφείς, ποιητές, συνθέτες και γενικά άνθρωποι που παράγουν «άϋλο» έργο.

Στο ίδιο πλαίσιο τοποθετείται και η αποδοχή για τον «πνευματικό ρόλο» που έχει η Εκκλησία. Αν και η τελευταία με αλαζονεία και αυταρέσκεια έχει δώσει στον εαυτό της έναν τέτοιο ρόλο και τον προπαγανδίζει για αιώνες. Εξ’ ού και ο ρόλος του πνευματικού που πρέπει να έχει κάποιος.

Ουσιαστικά λοιπόν φαίνεται ότι ο πνευματικός ρόλος σε μια κοινωνία είναι εργολαβία μιας χούφτας ανθρώπων που ο λόγος τους έχει, θεωρητικά, αξία εξ’ αποκαλύψεως αλήθειας.

Θεωρώ τη λογική της αναγνώρισης κάποιων μέσα σε ένα πληθυσμό ως πνευματικών ηγετών ως την πιο ολοκληρωτική λογική που θα μπορούσε να εγκαθιδρυθεί. Ουσιαστικά υπάρχει η αναγνώριση ότι κάποιοι έχουν αναλάβει ένα ρόλο πνευματικής (εγκεφαλικής) καθοδήγησης όντων άβουλων και χαζών. Και ναι, υπάρχουν άνθρωποι όντως προικισμένοι και ταλαντούχοι αλλά αυτό δε σημαίνει τίποτα άλλο πέρα από αυτό που προφανώς ισχύει: ότι είναι προικισμένοι και ταλαντούχοι.

Ακόμη και αν δεχόμασταν ότι θα μπορούσαν να είναι η πνευματική καθοδήγηση μιας κοινωνίας (για μένα κάτι τέτοιο θα σήμαινε την ύπαρξη κοινωνίας φοβικής, με ενήλικα μέλη που επιδιώκουν άλλοι να αποφασίζουν για αυτούς ώστε να μην έχουν ευθύνη για τίποτα, που θέλει να παρονάρεται και να άγεται λόγω ανωριμότητας) πού ξεκινάει και που τελειώνει αυτή η πνευματική καθοδήγηση; Αν υποθέσουμε ότι κάποιοι «πνευματικοί ηγέτες» (π.χ Ελύτης ή Σεφέρης που είναι και αναγνωρίσιμοι) έτρωγαν ευχάριστα κουνουπίδι ή μπάμιες θα έπρεπε όλος ο πληθυσμός να ακολουθήσει τις διατροφικές τους συνήθειες ή έστω να του συνιστάται κάτι τέτοιο; Ή αν τους άρεσαν τα κόκκινα πουκάμισα θα έπρεπε να διδάσκεται κάποιος από το σχολείο ότι το κόκκινο πουκάμισο είναι μια πολύ ωραία επιλογή; Θα μπορούσε επίσης κάποιος να συνδέσει την ικανότητα που είχαν όχι μόνο ως έμφυτη τάση αλλά και με τον τρόπο ζωής ή ψυχαγωγίας; Και αν ναι τότε θα έπρεπε το κράτος να το περνάει ως μήνυμα στα σχολεία; Και αν οι «πνευματικοί άνθρωποι» είναι χωρισμένοι σε ομάδες που υποστηρίζουν διαφορετικά πράγματα;

Επίσης είναι ερώτημα πότε και πώς προέκυψε η Αλήθεια ότι οι πνευματικοί άνθρωποι πρέπει να είναι οπωσδήποτε ποιητές, συγγραφείς, καλλιτέχνες, μουσικοσυνθέτες ή μέλη ιερατείου; Δεν μπορεί δηλαδή ένας χημικός, ένας μηχανικός ή ένας προγραμματιστής να είναι και αυτός ένας «πνευματικός άνθρωπος»; Ή ένας δάσκαλος ή ένας επιχειρηματίας; Μήπως η παραγωγή ενός αυτοκινήτου ή ενός ιατρικού εργαλείου δεν προϋποθέτει χιλιάδες ώρες μελέτης και εργασίας από ανθρώπους με γνώση; Ο ηλεκτρονικός κόσμος που ζούμε (και πλέον χωρίς αυτόν όλα θα ήταν διαφορετικά) δεν είναι προϊόν σκέψης και κατάθεσης πνευματικής εργασίας; Στο κάτω κάτω αν η κατοχή γνώσης και η προώθησή της δεν είναι μέρος ή ακόμη και η ουσία του ανθρώπινου πνεύματος τότε τι είναι;

Πιθανώς αυτή η αρχή να έχει τις ρίζες της, τουλάχιστον στη Δύση, στο γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες (ειδικά της κλασσικής περιόδου) θεωρούσανε τη φιλοσοφία και τη ρητορική ως την κορυφή των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Βέβαια είναι γεγονός ότι στον ελληνικό αλλά και στον ρωμαϊκό κόσμο αργότερα υπήρξε και σημαντική τεχνική πρόοδος σε μηχανικές κατασκευές, στην οδοποιία, στην αρχιτεκτονική, στη γλυπτική και στην αγγειοκατασκευή. Κάποιος μπορούσε να εκτιμήσει την αξία και το έργο ενός μη φιλοσόφου, ενός μη θεωρητικολογούντος όπως ο Φειδίας ή ο Ιπποκράτης.

Αλλά τελικά πιστεύω ότι αυτό που εγκαθίδρυσε αυτή την αναζήτηση «πατερούληδων» και «πνευματικών καθοδηγητών» ήταν η μακραίωνη συνέχεια με τον χριστιανισμό και αργότερα (στην Ανατολή και στα Βαλκάνια) το Ισλάμ που έφεραν στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος και της ενασχόλησης τη θεολογία. Και αν η φιλοσοφία προσπαθεί να ερμηνεύσει τον κόσμο και μπορεί να αναιρείται αλλά και να φιλοξενεί δεκάδες διαφορετικές απόψεις, η θεολογία και ειδικά η προερχόμενη από ένα άριστα οργανωμένο ιερατείο με ισχυρή συνοχή, έχει ήδη επιτύχει την ερμηνεία των εγκοσμίων και ασχολείται με το  αλλά ακόμη περισσότερο με τον τρόπο ζωής των πιστών που πρέπει να είναι έτοιμοι για το ταξίδι στους Ουρανούς. Για την Εκκλησία π.χ ότι και να εφεύρει ο άνθρωπος, όση επιστημονική και τεχνική πρόοδος και να υπάρχει η ουσία παραμένει μία: ο πηγαιμός όχι στην Ιθάκη αλλά στον Θεό. Όσο για το Ισλάμ το Κοράνι περιέχει λέει όλη τη γνώση που χρειάζεται ο άνθρωπος. Αφού μίλησε ο Θεός δεν υπάρχει τίποτα άλλο πλέον να ειπωθεί.

Πρακτικά αυτό έφερε μια πραγματική αδιαφορία και υποτίμηση έως αποκλεισμό και απαγόρευση οποιαδήποτε άλλης ανθρώπινης δραστηριότητας και είδους σκέψης. Δεν είναι νομίζω τυχαίο ότι η απαλλαγή από την εκκλησιαστική/ιερατική εξουσία και η διαφοροποίηση της ανθρώπινης σκέψης ξεκίνησε στη Δύση και όχι στο χώρο του Βυζαντίου και της Ανατολής. Πέρα από άλλες αιτίες, η εκκοσμίκευση της Καθολικής Εκκλησίας και η δίψα της για πολιτική εξουσία έδωσαν τη δυνατότητα σε δεκάδες διαφορετικούς επαγγελματίες της εποχής που υπηρετώντας την κατάφεραν ταυτόχρονα να αναδειχτούν και να διεκδικήσουν το δικαίωμα στην ύπαρξη.

Το θέμα είναι λοιπόν ότι η αναγώριση «πνευματικών καθοδηγητών» σε μία κοινωνία ταυτίστηκε πολύ νωρίς με τη χρήση τους ή την εκμετάλλευσή τους από απόλυτες εξουσίες: φεουδαρχίες, θεοκρατίες, μοναρχίες, δικτατορίες αργότερα ή για εθνικιστικούς σκοπούς και κυνήγι αντιφρονούντων και «εσωτερικών εχθρών». Ακόμη και «απελευθερωτικές» ιδεολογίες όπως ο σοσιαλισμός και ακόμη περισσότερο φυσικά ο κομμουνισμός δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από τη λογική ότι υπάρχει μία μάζα ανοήτων που πρέπει να γαλουχηθεί με συγκεκριμένα ιδεώδη και να ελεγχθεί η συμπεριφορά της.

Και αν στη Δύση η λογική της καθοδήγησης της μάζας από διάφορους πεφωτισμένους έχει υποχωρήσει τα τελευταίες δεκαετίες  το πρόβλημα εξακολουθεί και υπάρχει σε πολύ μεγάλο βαθμό στην σημερινή Ελλάδα, γνήσιο τέκνο θεολογικής κουλτούρας. Και έγκειται εκεί ακριβώς ότι μέχρι και σήμερα η μέση ελληνική σκέψη αντιμετωπίζει το παρελθόν της και τον κόσμο μέσα από το χριστιανικό πρίσμα. Ακόμη και η ερμηνεία ή η ηθικολογική κριτική του αρχαίου ελληνικού κόσμου ή του κόσμου των χρόνων της εμφάνισης του χριστιανισμού γίνεται με χριστιανική λογική. Απόψεις φιλοσόφων αντιμετωπίζονται ως μοναδικές αλήθειες, αν πει κάποιος (ειδικά ξένος) ότι αυτό που είπε π.χ ο Πλάτωνας ή ο Δημόκριτος ή ο Ηράκλειτος είναι λάθος ή ανοησία αισθανόμαστε όλοι προσβεβλημένοι. Άνθρωποι που μπορεί να υπερασπίζονταν με πάθος τις απόψεις τους αλλά δεν ισχυρίστηκαν ποτέ ότι ήτανε Προφήτες αντιμετωπίζονται ακριβώς ως τέτοιοι.

Ειδικά στην Ελλάδα η πρόσφατη «πνευματική μας ηγεσία»  ήταν επηρεασμένη  και πολύ συχνά στρατευμένη στην εξυπηρέτηση των εθνικών ιδεωδών. Το Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών της δικτατορίας δεν ήτανε μια παρόρμηση μιας ομάδας αξιωματικών για 7 χρόνια αλλά μια καλά ριζωμένη άποψη για πολλές δεκαετίες πριν. Ίσως από τα γεννοφάσκια του ελληνικού κράτους. Αλλά και άνθρωποι δημοκρατικών πεποιθήσεων ήταν πολύ δύσκολο να μην εμποτιστούν με τις λογικές της ανωτερότητας της ελληνικής φυλής και της ιδιαίτερης σχέσης της με τον Θεό. Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ένα παράδειγμα.

Παρακολουθώ ότι συχνά πυκνά πολλοί στο Ιντερνετ, σε εφημερίδες ή σε περιοδικά διανθίζουν τα γραπτά τους με αποφθέγματα, ρήσεις, απόψεις ή αποσπάσματα γνωστών προσωπικοτήτων του παρελθόντος ή του παρόντος. Το πιο ενδιαφέρον είναι που πολλές φορές άνθρωποι διαφορετικών ιδεολογιών επικαλούνται τους ίδιους ανθρώπους για να δώσουν ιδιαίτερη βαρύτητα στα λεγόμενά τους.

Πχ. «Το Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό.» Τάδε έφη Σολωμός. Χρησιμοποιείται από, ας πούμε, προοδευτικούς και φυσικά εννοείται εναντίον σωβινιστικών απόψεων.

Ο ίδιος όμως ο Σωλομός χρησιμοποιήθηκε και για την εξαγωγή αντίθετων συμπερασμάτων από έναν επίσης ας πούμε προοδευτικό. Θεωρήθηκε ύμνος σε σφαγή, σε γενοκτονία και δεν ξέρω εγώ τι άλλο.

Τι σημαίνει ομως «εθνικό ό,τι είναι αληθινό;» Αν εννοούσε ο Σολωμός ως αληθινό τα ανώτερα και αληθινά ιδανικά του έθνους (που είναι φυσικά τα μόνα αληθινά ιδανικά); Την επιθυμία να πεθαίνει κανείς στο πεδίο της μάχης κρατώντας το όπλο του και εξοντώνοντας τους εχθρούς του Γένους; Τότε η πρόταση παίρνει ένα διαφορετικό νόημα.

Αν πάλι με τον Ύμνο στην Ελευθερία ο Σολωμός προσπάθησε να περιγράψει μια σφαγή με κάθε αποκρουστική λεπτομέρεια ώστε υποσυνείδητα (σαν κασέτα που παίζει ανάποδα δηλαδή) να περάσει το μήνυμα στους τότε Έλληνες πως το να σφάζεις δεν είναι καλό και στην προσπάθειά του να μη τον περάσουν για μεγάλο ανθέλληνα να το έγραψε δήθεν σαν Ύμνο; Τότε ο Ύμνος παίρνει αντισωβινιστικό χαρακτήρα. Εδώ ο Πατριάρχης αφόρισε (πολυσέλιδα και αυτός) τάχα μου τάχα μου την Επανάσταση. Και ο Υψηλάντης φυσικά το κατάλαβε το υποννοούμενο.

Ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν και με άλλες περιπτώσεις προσωπικοτήτων που στρατεύονται με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες για στήριξη πολλές φορές αντίθετων απόψεων.

Δεν αρνούμαι την ύπαρξη ανθρώπων με ιδαίτερα ταλέντα, με καλύτερη ικανότητα κατανόησης του Α δεδομένου ή γεγονότος, ή ανθρώπων με ευγλωττία ή οποιαδήποτε άλλη ξεχωριστή ικανότητα ή ακόμη την επιρροή από την οικογένεια και το σχολείο.

Πιστεύω όμως ότι είμαστε σε μια εποχή που ο καθένας θα μπορούσε να είναι «πνευματικός» του εαυτού του. Η σύγχρονη εποχή δίνει τη δυνατότητα να ξεφύγουμε από τη λογική ότι υπάρχει μία μάζα που χρειάζεται καθοδήγηση. Γιατί τη μάζα πρέπει να θέλεις να τη δεις ως μάζα για να τη χαρακτηρίσεις έτσι. Οι καλές ιδέες είναι σημαντικές όταν χρησιμοποιούνται ως αφετηρία ή σκαλοπάτι για το επόμενο βήμα και όχι όταν παγώνουν στο χρόνο.

 

Εδώ υπάρχει ένα εξαιρετικό και πολύ διαφωτιστικό άρθρο του Πάσχου Μανδραβέλη σχετικό με τα πνευματικά δικαιώματα και την προσπάθεια προστασίας ( ;) τους από «πειρατεία». Αυτό που εντυπωσιάζει πραγματικά είναι η προσπάθεια χρονικής επέκτασης μη χρήσης τους από τρίτους για σχεδόν 100 χρόνια! Αν υποθέσουμε ότι κάποιος έχει μια εξαιρετική ιδέα στα 20 η συγκεκριμένη πρόταση νόμου θεωρεί ότι ο δημιουργός μπορεί να ζήσει τουλάχιστον μέχρι τα 120. Και αν όχι μέχρι τα 120, ότι και στα 70, στα 80 και στα 90 του κάποιος θα επιθυμεί να κερδίζει πολλά λεφτά από την ιδέα των 20 και να κάνει όνειρα για το μέλλον του! Να πάει ταξίδια, να κάνει ορειβασία, και άλλα extreme αθλήματα ή να θέλει να κάνει οικογένεια μετά από τόσα πολλά χρόνια καριέρας.

Πρακτικά δεν προστατεύονται οι δημιουργοί με τέτοιους νόμους αλλά οί εταιρίες που εκμεταλλέυονται εμπορικά τις ιδέες τους και την εργασία των δημιουργών.

Δύο θέματα μου κέντρισαν το ενδιαφέρον τελευταία:

Το πρώτο, οι διαμαρτυρίες των Θιβετιανών στην Ολυμπία. Γενικά δεν έχω ιδιαίτερο πρόβλημα με το γεγονός των δισεκατομμυρίων $ ή € που επενδύονται στους Ολυμπιακούς αγώνες, αλλά τα πρόσφατα γεγονότα, οι αναφορές σε ιερότητες και δηλώσεις για «πράξεις που δεν έχουν καμία σχέση με το Ολυμπιακό Πνεύμα» (έχει μιλήσει κανείς με αυτό το Πνεύμα και ξέρει ακριβώς τι θέλει;) μου προκάλεσαν αρκετές απορίες οπότε το κείμενο στην Καλύβα με καλύπτει.

 Το δεύτερο, το είδα στον J95 και στον Σπύρο Ντόβα. Η είδηση (διακοπή της χρηματοδότησης των Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών) λέει τόσα που δεν νομίζω να χρειάζεται να προσθέσει κανείς κάτι.

Από συζητήσεις στις οποίες έχω πάρει μέρος αλλά και από όσα κείμενα διαφορετικών αποχρώσεων διαβάζω γενικά στο Διαδίκτυο εδώ και ένα χρόνο, έχω παρατηρήσει ότι οι ιδεολογικοί χώροι των εθνικιστών ή υπερπατριωτών, των βαθιά συντηρητικών, θρησκόληπτων ή με θεοκρατικές αντιλήψεις έχουν μετατραπεί στους πιο ένθερμους υποστηρικτές της δημοκρατίας. Όποιος διαβάζει αρθρογραφία, σχόλια ή σχολιασμούς της επικαιρότητας βομβαρδίζεται από έναν καταιγισμό αγάπης για τη δημοκρατική νομιμότητα, επικλήσεων των ατομικών δικαιωμάτων και όρων όπως ελευθερία της έκφρασης ή αρχή της πλειοψηφίας. Παραδίδονται μαθήματα συνταγματικής λειτουργίας, δημοκρατικής συμπεριφοράς και σε αρκετές από αυτές καταδικάζεται μετά βδελυγμίας ειδικά ο με ονοματεπώνυμο πρόσφατος φασισμός (Χίτλερ, Μουσολίνι κ.λ.π).

Το θέμα όμως δεν είναι μόνο ο φασισμός του Μεσοπολέμου που σχεδόν ο καθένας εύκολα χωρίς ιδιαίτερη σκέψη θα καταδικάσει. Πώς θα μπορούσε όμως π.χ να επιθυμεί κανείς τον ολοκληρωτισμό των κομμουνιστικών καθεστώτων άσχετα πώς αυτός (ο κομμουνισμός) ξεκίνησε και που σκόπευε ή τα μοναρχικά, αυτοκρατορικά και φεουδαρχικά καθεστώτα του Μεσαίωνα; Ή τα σημερινά θεοκρατικά, απολυταρχικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής;

Καταρχήν φυσικά και ο καθένας μπορεί να έχει τις απόψεις του. Ακόμη και το να κρίνει αρνητικά την αστική δημοκρατία. Κανένα θέμα επ’ αυτού. Αλλά η ξαφνική και μάλλον όψιμη αγάπη για τη δημοκρατία και την ορολογία της από τον όποιο ακραίο συντηρητικό χώρο εμπεριέχει ένα μεγάλο βαθμό υποκρισίας. Για τον απλό λόγο ότι αν έπαιρναν την εξουσία δεν θα επέτρεπαν στις αντίθετες φωνές να ακουστούν.

Το συγκεκριμένο φαινόμενο είναι όμως πανευρωπαϊκό. Σε όλες τις χώρες (ακόμη και) ακροδεξιά κόμματα ή πολιτικές ομάδες με βαθιά συντηρητική ή/και θρησκοληπτική παράδοση δεν διαφημίζουν και δεν διογκώνουν πλέον τις όποιες ατέλειες της αστικής δημοκρατίας, δεν ισχυρίζονται και δεν φωνάζουν για κατάργηση της ή για περιορισμό θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τουλάχιστον φανερά, αλλά απεναντίας εμφανίζονται ως υπέρμαχοι τους, επικαλούνται και χρησιμοποιούν αυτές τις έννοιες προκειμένου να διαδώσουν τις ιδέες τους.Έχουν αποτάξει από πάνω τους μεγάλο μέρος της ορολογίας που χρησιμοποιούσαν εδώ και δεκαετίες και εμφανίζονται πλέον όχι εχθρικά/ές απέναντι στη λογική του πολιτικού συστήματος αλλά ως μέρος της. Δεν ξέρω πότε άρχισε αυτή η πολιτική πρακτική, θα διαφέρει από χώρα σε χώρα φαντάζομαι αλλά έχει έρθει πλέον και στην Ελλάδα, την τελευταία τουλάχιστον πενταετία. Και έχω την αίσθηση ότι αυτός που έκανε αυτήν την πολιτική πρακτική ευρέως διαδεδομένη στην Ελλάδα και τις έδωσε επαγγελματική διάσταση, είτε άθελά του αλλά πάντως δημιουργώντας την είτε θέλοντάς το, ήτανε κατά τρόπο παράδοξο, ελληνικότατο και εντυπωσιακό ένας ιερέας: ο πρόσφατα αποθανών αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος. Η συνεχής επίκληση του δικαιώματος της άποψης και της αρχής της πλειοψηφίας για την υπόθεση με την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες και όχι μόνο, σε συνδυασμό με την απήχηση και αποδοχή που είχε σε μεγάλες μάζες πληθυσμού έδωσαν την ιδέα σε πολιτικές κινήσεις να κινηθούνε στα χνάρια του.

Για το δικαίωμα της άποψης έγραψα και παραπάνω ότι ο καθένας το έχει αν και στην περίπτωση με τις αστυνομικές ταυτότητες δεν επρόκειτο καθόλου περί αυτού αλλά για προσπάθεια επιβολής αντιδημοκρατικής πρακτικής. Για την αρχή της πλειοψηφίας υπάρχει όμως μια επιτηδευμένη διαστρέβλωση. Επειδή η αρχή της πλειοψηφίας ακούγεται πολύ δίκαιη είναι πολύ εύκολο να αποκομίσει κάποιος την αίσθηση ότι όποιος την χρησιμοποιεί είναι όντως δημοκράτης. Επίσης προκαλεί την ενστικτώδη αντίδραση να θέλει κάποιος να ανήκει κάποιος σε αυτή την, πολλές φορές ομιχλώδους και ασαφούς περιεχομένου, πλειοψηφία όπου θα είναι και «προστατευμένος» απέναντι σε κάποιους (φανταστικούς) εχθρούς. Και αυτό το επιχείρημα χρησιμοποιείται ευρέως όταν έρχεται στο προσκήνιο το θέμα του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους.

Παρότι δεν έχω σπουδάσει νομικά καταλαβαίνω ότι η δημοκρατία δεν εξαντλείται αποκλειστικά και μόνο στην αρχή της πλειοψηφίας. Η τελευταία ισχύει φυσικά σε μια εκλογική διαδικασία για την εκλογή κυβέρνησης. Από εκεί και πέρα όμως αυτή η πλειοψηφία που έδωσε τη νίκη σε ένα κόμμα παύει να έχει νομική υπόσταση. Η κυβέρνηση μιας χώρας είναι υποχρεωμένη να διοικεί με βάση το Σύνταγμα και όχι με βάση το τι θέλει κάθε φορά η πλειοψηφία που της έδωσε τη νίκη. Σε διαφορετική περίπτωση θα είχαμε και ηθική δικαίωση (στην Ελλάδα η πολιτική και κοινωνική δικαίωση είναι έτσι και αλλιώς υπαρκτή) του κράτους που διορίζει ή βολεύει τα «δικά μας» παιδιά. Επίσης μια σωστή Δημοκρατία δεν μπορεί να αναγνωρίζει πλειοψηφίες που στηρίζονται σε ουσιαστικά προσωπικές επιλογές κάποιων ανθρώπων. Δεν μπορεί π.χ να υπάρχει πλειοψηφία «Το αγαπημένο μας φαγητό είναι ο μουσακάς» ή «Είμαστε οπαδοί του Ολυμπιακού» ή «Μας αρέσει το τρέξιμο».

Για να γίνει πιο κατανοητό πόσο επικίνδυνη είναι η αρχή μιας αυθαίρετης πλειοψηφίας έξω από τη Συνταγματική νομιμότητα ας σκεφτεί κάποιος:

-μια πλειοψηφία από ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ και ΝΔ (75-80%) να επιβάλει στο υπόλοιπο του πληθυσμού να εργάζεται για να την τρέφει.

-στα πλαίσια της Ε.Ε η μη ορθόδοξη πλειοψηφία να θέλει να επιβάλει μια θρησκευτικού τύπου άποψη στην Ελλάδα.

-για τους εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες που εργάζονται στην Ε.Ε να μπαίνουν ξαφνικά εμπόδια για καριέρα στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα εξαιτίας θρησκευτικού δόγματος. Το οποίο φυσικά δεν γίνεται. Χιλιάδες Έλληνες καταλαμβάνουν καίριες θέσεις σε ξένες χώρες. Σε σχολεία, σε Πανεπιστήμια, σε νοσοκομεία και πανεπιστημιακές κλινικές. Γίνονται καθηγητές σε Πανεπιστήμια, κάποιοι εκλέγονται βουλευτές και κανένας δεν φωνάζει ότι οι ορθόδοξοι μας απειλούν.

Τα παραδείγματα που μπορεί να σκεφτεί κανείς είναι πάμπολλα.

Το Σύνταγμα στην αστική Δημοκρατία δεν υπάρχει για να προστατεύει πλειοψηφίες στηριγμένες σε μεταφυσικές επιλογές, αλλά για να προστατεύει το άτομο. Αλλιώς δεν έχει λόγο ύπαρξης. Αν ο στόχος είναι η αυθαίρετη επίκληση σε πλειοψηφίες τότε θα έχουμε τύπους διακυβέρνησης που ανέφερα ήδη. Εξάλλου οι πλειοψηφίες είναι κάτι ρευστό. Οι άνθρωποι ως άτομα έχουν το δικαίωμα να αλλάξουν συνήθειες. Ακόμη και αν αυτό δεν θα ήταν πιθανό για τους περισσότερους ή δε θα σκέφτονταν ποτέ να αλλάξουν σε κάτι, το κράτος δεν μπορεί να απαγορεύει προληπτικά την αλλαγή. Εξάλλου κάτι που είναι πλειοψηφία σε μια γενιά μπορεί να είναι μειοψηφία σε μιά επόμενη γενιά ανθρώπων. Ή να χάσουν βαρύτητα ή και να εκλείψουν ακόμη τα κριτήρια που καθόριζαν συγκεκριμένες ομαδοποιήσεις. Κάποιος που έχει ψηφίσει π.χ ΠΑΣΟΚ σε μια εκλογική αναμέτρηση δεν είναι ιδιοκτησία του κόμματος. Ούτε σημαίνει ότι πρέπει να ψηφίζει εφ’ όρου ζωής πλέον ΠΑΣΟΚ. Το ίδιο ισχύει και σε θέματα θεολογικής πίστης. Χιλιάδες άνθρωποι που ακολουθούνε μια πίστη ή ένα δόγμα δε σημαίνει ότι γίνονται ή ότι παραμένουν ή ότι είναι υποχρεωμένοι να παραμείνουν οπαδοί αυτής της θρησκείας ή του δόγματος για πάντα. 

Αμφινταλαντεύτηκα  για τον τίτλο ανάμεσα στην ρωμέϊκη (σφάξε με αγά μου να αγιάσω) και στην εκδυτικισμένη (σύνδρομο της Στοκχόλμης) εκδοχή. Αποφάσισα στα πλαίσια της ιδιοπροσωπίας μας και αναδελφικότητας και στα πλαίσια του αγώνα του Γένους να γλιτώσει από την πλημμυρίδα της παγκοσμιοποίησης να χρησιμοποιήσω τη λεβέντικη ρωμέϊκη έκφραση.

Ο Χριστόδουλος θα κηδευθεί λέει με τιμές αρχηγού κράτους. Τελικά έστω και με αυτόν τον τρόπο έγινε αυτό που επιθυμούσε. Αργηγός κράτους.

Σε λαϊκό προσκύνημα λέει η σωρός του. Όποιος ολιγάρχης (ή μονάρχης) πεθαίνει τον βγάζουμε σε λαϊκό προσκύνημα (το εντελώς τελευταίο έχει ακόμη πολύ πέραση σε αυτή τη χώρα).

Τετραήμερο πένθος λέει στη χώρα. Η μέρα της κηδείας θα είναι λέει αργία.

Τελικά πάσχουμε από το σύνδρομο της Στοκχόλμης. Είδα μέσα σε μία μέρα από το θάνατό του Χριστόδουλος εκφράσεις (προκάτ ;) όπως «φωτισμένος ιεράρχης», «το έργο του θα μείνει ανεξίτηλο», «εξέχων Ιεράρχης, με πλούσια και πολύπλευρη προσφορά», «πνευματικός ηγέτης, με κύρος, εκκλησιαστικό φρόνημα και πλούσια κοινωνική δράση», «το έθνος τον ευγνωμονεί για την προσφορά του» και άλλες πολλές από εκπροσώπους όλου του πολιτικού φάσματος και από όλα τα μέσα ενημέρωσης.

Θα τιμηθεί από την πολιτεία με αυτόν τον τρόπο ένας άνθρωπος ο οποίος επί δέκα συναπτά έτη δεν έκανε τίποτα άλλο από το να ωρύεται, να απειλεί και να καθυβρίζει όποιον θεωρούσε ότι έστεκε εμπόδιο στη προσπάθειά του να ελέγξει την πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας.

Θα τιμηθεί από την πολιτεία με αυτόν τον τρόπο ένας άνθρωπος που όχι απλά αμφισβητούσε τους θεσμούς αλλά με τις ιδέες του ουσιαστικά το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα. Έστω το λειψό που έχουμε. Που λοιδορούσε πολιτικούς και διανοούμενους, εκτός από αυτούς φυσικά που είχαν τις ίδιες παράλογες με αυτόν ιδέες . Φράσεις όπως «η ποιμαντορική ράβδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε ορισμένες ράχες» ή «όποιο χέρι αγγίζει την Εκκλησία ξεραίνεται» και άλλες ανάλογες χριστιανικές αναφορές του ανήκουν φαντάζομαι στη προσφορά του στο έθνος. Όπως επίσης πολεμοχαρείς δηλώσεις για αλύτρωτες πατρίδες.

Θα τιμηθεί από την πολιτεία με αυτόν τον τρόπο ένας άνθρωπος ο λόγος του οποίου δεν ήταν απλώς διχαστικός ή επιθετικός αλλά πρακτικά ρατσιστικός και ολοκληρωτικός. Κραυγές για γραικύλους και προδότες. Κραυγές για βιολογική ανωτερότητα των «Ελληνοορθοδόξων» σε σχέση με όλους τους άλλους λαούς, για πνευματική υπεροχή της «Ελληνορθοδοξίας» σε σχέση με οτιδήποτε άλλο έχει προκύψει από το ανθρώπινο πνεύμα, για την υποτίθεται μοναδικότητα των Νεοελλήνων στον πλανήτη, υποτιμητικές αναφορές για τους λαούς της Δύσης. Κραυγές για φυλετική καθαρότητα των Νεοελλήνων, για τον ανώτερο πολιτισμό τους αλλά και για βάρβαρη Ανατολή. Λες και ο χριστιανισμός ο ίδιος δεν είναι προϊόν της Ανατολής.

Θα τιμηθεί ένας άνθρωπος με αυτόν τον τρόπο που αν εφαρμόζοταν έστω και τα μισά από αυτά που είχε στο μυαλό του η χώρα θα είχε καθεστώς σαν αυτό του Πακιστάν ή του Αφγανιστάν. Ένα καθεστώς παράνοιας, φόβου και κάθε είδους εκμετάλλευσης. Και γράφω έστω τα μισά επειδή ένα ποσοστό από τέτοιες ιδέες εφαρμόζονται από πάντα στην ημιθεοκρατική μας κληρονομική δημοκρατία.

Θα τιμηθεί με αυτόν τον τρόπο ένας άνθρωπος που έμοιαζε σαν να βγήκε από μία εποχή μίξη μεσαίωνα και μεσοπολέμου. Σε ιδέες και συμπεριφορά. Με έναν λόγο επικίνδυνο αλλά ταυτόχρονα κενό, κούφιο. Ένας λόγος μόνο για ικανοποίηση των πιο εύκολων και ταπεινών ενστίκτων του ανθρώπου. Μια παρουσία που θα ήταν δακτυλοδεικτούμενη αν η κοινωνία των Νεοελλήνων ήταν δομημένη πάνω ή/και μέσα σε δημοκρατικά και λογικά πλαίσια. Αλλά φυσικά ήταν ο δικός μας Μπενίτο. Δικό μας προϊόν. Οπότε το αγαπάμε.

Και έρχεται τώρα λοιπόν η πολιτεία που ο Χριστόδουλος αμφισβήτησε ευθέως και επιθετικά το ρόλο της, τους θεμελιώδεις θεσμούς της για να μπορεί να λέγεται δημοκρατία, που την υποτίμησε, που της αρνήθηκε ανεξάρτητο ρόλο έξω από τα θρησκοληπτικά και δεισιδαιμονικά πλαίσια της Εκκλησίας, και τον τιμάει κατ’ αυτό τον τρόπο και με τέτοιες δηλώσεις των εκπροσώπων της. Ε, δεν είναι αυτό σύνδρομο της Στοκχόλμης;

Γιατί αυτό είναι το θέμα. Όχι η ταλαιπωρία και ο θάνατος του Χριστόδουλου (όπως άλλωστε και χιλιάδων άλλων ανθρώπων πριν από αυτόν) που ο καθένας μπορεί να σεβαστεί ως ελάχιστη ένδειξη πολιτισμού, αλλά η αναγνώριση ενός ρόλου που ο συγκεκριμένος άνθρωπος ποτέ δεν είχε. Και η επιδοκιμασία της σωβινιστικής, μισαλλόδοξης νοοτροπίας του.

Νεοελληνική νοοτροπία: «σφάξε με αγά μου να αγιάσω». Όποιος τελικά εκμεταλλεύεται, κοροϊδεύει, ταλαιπωρεί και υποτιμά περισσότερο τους Νεοέλληνες αυτός είναι που θα τιμηθεί στο τέλος. Όσοι εμπλέκονται στην ιστορία με τον Ζαχόπουλο (και πρόκειται για την εξουσιαστική αφρόκρεμα της κοινωνίας) είμαι σίγουρος ότι θα βγούνε πολλαπλά κερδισμένοι. Θα γίνουν πρότυπα και παιδικοί ήρωες.

Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ η ελλαδική Εκκλησία κυριαρχείται με τέτοιες ιδέες. Μισαλλοδοξία, εθνικισμός και σωβινισμός είναι τα κατεξοχήν χαρακτηριστικά της αποστεωμένης πλέον ορθόδοξης Εκκλησίας. Πραγματικά ελάχιστοι άνθρωποι, μετρημένοι στα δάχτυλα των δύο χεριών μπορούν να έχουν νηφάλια και πραγματιστική άποψη σε αυτό το χώρο. Ελάχιστοι είναι προσγειωμένοι και μπορούν να διατηρούνε έστω και μια στοιχειώδη λογική. Και αφού το κράτος έδωσε μήνυμα, «ότι και να κάνετε εμείς θα προσκυνήσουμε» ας μη ξαφνιαστεί κανένας όταν ο επόμενος θα συνεχίσει το «έργο» του Χριστόδουλου. Αφού περνάει το μαστίγιο γιατί να μη το συνεχίσουν;

Όλοι έχουμε ακούσει ότι για να βγάλεις λεφτά ή για να γίνεις πλούσιος ή για να πετύχεις τέλως πάντων «δεν πας με το σταυρό στο χέρι.» Εννοώντας φυσικά ότι κάποιος θα πρέπει να χρησιμοποιήσει υποχθόνια μέσα για τα παραπάνω. Και όχι τον τιμημένο Σταυρό μας που δεν είναι φυσικά υποχθόνιο μέσο.

Δείτε αυτό στου Ροϊδη και αυτό στην Ερινύα και θα αλλάξετε γνώμη.

Εδώ και 5 εβδομάδες σχεδόν όλα περιστρέφονται γύρω από την υπόθεση Ζαχόπουλου. Τελικά έχουμε πάλι αυτό που ουσιαστικά θέλουμε. Σκάνδαλα και διαφθορά που μπορούν να κάνουν κάθε Έλληνα να μένει ικανοποιημένος (!) ότι η κακή του η τύχη, ότι ταλαιπωρείται ακόμη σε πολλές περιπτώσεις σε δημόσιες υπηρεσίες ή στους δρόμους, ότι δεν εύκολα βρίσκει δουλειά, ότι για να βρει δουλειά πρέπει να έχει κανείς μέσο και όταν τελικά βρίσκει να αμείβεται τις περισσότερες φορές με χαμηλούς μισθούς και πολλά άλλα οφείλονται στο γεγονός ότι μια ομάδα ανθρώπων  που λέγονται πολιτικοί είναι υπεύθυνοι για όλα.

Μπορούμε να συνεχίσουμε σκεφτόμαστε ότι είμαστε ένας υπέροχος, πανέξυπνος, γεμάτος χαρίσματα λαός που απλώς έχει την ατυχία να κυβερνάται τα τελευταία 179 χρόνια από ανίκανους και διεφθαρμένους ανθρώπους και οι οποίοι καμία σχέση δεν έχουν με την κοινωνία από όπου παράγονται.

Από την άλλη είναι πραγματικά απίστευτο αλλά και τραγικό πόσο ισχυρή είναι η αντίληψη ότι το κράτος ανήκει κάθε φορά στο κυβαρνών κόμμα. Και το πιο τραγικό είναι ότι θεωρείται κάτι απολύτως φυσικό τόσο από τα κόμματα όσο και από την κοινωνία. Υπάρχει όχι απλά ένας εθισμός σε φαινόμενα διαφθοράς αλλά πιθανώς να μην είμαστε πλέον σε θέση να τη διακρίνουμε σε πολλές περιπτώσεις.

Η απάθεια της σημερινής κυβέρνησης δεν διαφέρει από την απάθεια που έδειχνε το ΠΑΣΟΚ όταν αυτό ήταν κυβέρνηση. Ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι η εκάστοτε αντιπολίτευση αναζητά σκάνδαλα και εκεί που δεν υπάρχουν, είναι πολύ παραπάνω από ενδεικτικός του προβλήματος ο τρόπος που αντιμετωπίζεται η χρήση του κράτους από τα κόμματα.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι ενώ ο δικομματισμός πρέπει να σταματήσει όχι επειδή είναι κακός αυτός καθεαυτός, αλλά επειδή είναι ο μοναδικος τρόπος ίσως να αποκτήσουν δημοκρατική οργάνωση τα δύο μεγάλα κόμματα και να μην κληρονομούνται, τα άλλα τρία κόμμματα της Βουλής δεν αποτελούνε πρακτικά λύσεις. Πρόκειται όπως έχω ξαναγράψει για εικόνες παρόμοιων αντιλήψεων ιδωμένες από διαφορετική γωνία. Ο Συνασπισμός ενώ σε κοινωνικά θέματα έχει σωστές γενικά ιδέες, σε θέματα οικονομικά και κρατικής οργάνωσης είναι αρτηριοσκληρωτικός. Το ΚΚΕ έχει μόνο το όνομα του λαϊκου κόμματος καθώς του λείπει εντελώς η χάρη. Ενώ όμως το ΚΚΕ έχει ένα ταβάνι ψήφων που μπορεί να φτάσει (ίσως όχι πάνω από 10%) ο ΛΑΟΣ πιστεύω πως δεν το έχει και αυτό είναι και το πρόβλημα. Από ένα λαϊκίστικο ακροδεξιό κόμμα που μπορεί να ιδωθεί σαν λύση στο αδιέξοδο.

Πολλές φορές οι Έλληνες κατηγορούμε εαυτούς για πολλά πράγματα. Επίσης γνωρίζουμε πολύ καλά τι συμβαίνει στη χώρα μας και παρόλα αυτά ενώ όταν ξέρεις το πρόβλημα βρίσκεις και λύση αυτό τις περισσότερες φορές δεν συμβαίνει. Το αποτέλεσμα είναι προβλήματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής να χρονίζουν. Σαν κοινωνία έχουμε ουσιαστικά τα ίδια προβλήματα που είχε η πρώτη γενιά μετά τη δικτατορία, αλλά και σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό προβλήματα που είχανε γενιές πριν από αυτή.

Αγωνιζόμαστε ακόμη για οικονομική σταθερότητα ή ανάπτυξη με ορολογία που τη θυμάμαι από τις αρχές του ΄90. Λιτότητα, περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, μείωση κρατικών δαπανών, περιρισμός των διαφόρων ελλειμάτων κλπ.

Αναφερόμαστε μονίμως σε πρόβλημα στην Παιδεία. Πάλι με ορολογία τουλάχιστον 20 ετών. Σε πρόβλημα στο χώρο της Υγείας. Πάλι με ορολογία 20ετίας.

Επίσης έχουμε ακριβώς τα ίδια θέματα εξωτερικής πολιτικής. Το θέμα με τη ΠΓΔΜ, τα ελληνοτουρκικά (αυτά  αν και τα εξωτερικής φύσης προβλήματα δεν εξαρτώνται 100% από εμάς αλλά σίγουρα και από εμάς. Η υπόθεση στην Κύπρο έχει πάνω από 30 χρόνια

Καμιά φορά σκέφτομαι ότι αν λύσουμε έστω και μερικά από αυτά θα μας λείψουν. Θα αρχίσουμε να πλήττουμε. 

 Γιατί όμως υπάρχει αυτή η διαιώνιση;

Οι περισσότεροι θα πούνε ότι δεν υπάρχει οργάνωση, ότι είμαστε κάπως χαβαλετζίδικος λαός, ότι δεν μπορούμε να μπούμε σε καλούπια κλπ. Όλα έχουν το μερίδιό τους αλλά κατά τη γνώμη μου η κρίσιμη διαφορά είναι ότι δεν έχουμε τη νοοτροπία να βάζουμε στόχους. Δεν μπορεί να υπάρχει οργάνωση αν δεν υπάρχει στόχος. Η οργάνωση ακολουθεί το στόχο δεν προηγείται. Οργάνωση είναι τα μέσα που κινητοποιείς και ο καταμερισμός εργασίας και ρόλων για την επίτευξη ενός στόχου. Αν αυτός δεν υπάρχει τότε γιατί κάποιος θα έπρεπε να ενδιαφέρεται για κινητοποίηση του όποιου ανθρώπινου δυναμικού;

Π.χ 1: Στην οικονομία κάθε χρόνο ψηφίζεται ένας προϋπολογισμός. Ή κάθε κυβέρνηση περιγράφει τους στόχους της για κάθε τετραετία. Η επόμενη κυβέρνηση όμως ακολουθεί συχνά ένα άλλο πρόγραμμα. Οπότε πολλά ξεκινούν από την αρχή. Το θέμα όμως είναι ότι τα περισσότερα από τα προβλήματα που υπάρχουν δεν λύνονται στα πλαίσια μιας κυβερνητικής θητείας.

Πόσες φορές υπήρξε λοιπόν ένας μακροπρόθεσμος στόχος; Ένας στόχος όπως π.χ μέσα στα επόμενα 10 ή 15 χρόνια η Ελλάδα πρέπει να έχει ανεργία 6%. Ή ότι σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα πρέπει να έχει πετύχει την αύξηση της χρηματοδότησης για την Παιδεία και για ερευνητικούς σκοπούς κατά 0,5 ή 1 μονάδα ή παραπάνω του ΑΕΠ. Ή ότι πρέπει μέσα σε 20 με 30 χρόνια (περίπου μια γενιά δηλαδή) να βρίσκεται στο Α, Β ή Γ επίπεδο στην τεχνολογική παραγωγή (μπορεί να τεθούνε τεχνικοί όροι). Ή ότι μέσα σε τόσα χρόνια πρέπει να έχει υπάρξει αύξηση του κατώτατου μισθού σε κάποιο αξιοπρεπές επίπεδο.

Οπότε μπορεί κανείς να φτιάξει ένα σχέδιο και να δει πώς πετυχαίνει αυτούς τους στόχους. Ποιες αλλαγές πρέπει να γίνουν, σε ποιες κατευθύνσεις και με ποιο ρυθμό.

Αλλά λογική θέλω απλώς να ρίξω τον πληθωρισμό ή θέλω να περιορίσω τα ελλείματα για φέτος και από του χρόνου βλέπουμε καταλήγουν στη διαιώνιση των θεμάτων.

Π.χ 2: Είναι εκ πρώτης όψεως παράδοξο αλλά παρότι κατηγορούμε το σύστημα εκπαίδευσης, απόφοιτοι των «κακόμοιρων» ελληνικών σχολείων και Πανεπιστημίων γίνονται δεκτοί σε ξένα Πανεπιστήμια χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Ποια είναι λοιπόν η διαφορά με το εξωτερικό; Κατά τη γνώμη μου είναι πάλι η έλλειψη συγκεκριμένου στόχου. Γιατί διατηρούμε και συντηρούμε Πανεπιστήμια;

Η μεγάλη διαφορά με το εξωτερικό είναι πιστεύω η κατεύθυνση και οι σκοποί της έρευνας στην Ελλάδα. Καταρχήν χωρίς έρευνα δε νοείται Πανεπιστήμιο. Αλλά στην Ελλάδα η έρευνα σαν είδος εκπαίδευσης δεν έχει ακόμη φτάσει να ενηλικιωθεί. Ένα σημαντικό θέμα είναι φυσικά η έλλειψη ενδιαφέροντος από την ελληνική αγορά πρακτικής ή εμπορικής εφαρμογής των ερευνητικών εξελίξεων. Αυτό από τη μία περιορίζει τις πηγές χρηματοδότησης, κατά συνέπεια και τις διαθέσιμες θέσεις και από την άλλη οδηγεί σε όχι συνεχή έρευνα. Αν συνυπολογίσει κανείς την μικρή κρατική χρηματοδότηση καθώς το ελληνικό κράτος δεν έχει αντιληφθεί ακόμη τη σημασία της έρευνας για την παραγωγή προϊόντος, γίνεται φανερό το πρόβλημα.

Πιστεύω ότι η αναποτελεσματικότητα που παρατηρείται και σε άλλους τομείς οφείλεται εν τέλει στην απουσία σαφών κατευθύνσεωνν. Όταν σκέφτομαι την Ελλάδα μετά από 30, 40 ή 50 χρόνια δεν θα ήθελα να διανοηθώ ότι θα συζητάμε τα ίδια ακριβώς προβλήματα με το σήμερα, άσχετα αν κάποιες φορές υπάρχει κυκλική πορεία σε αυτά. Κανείς π.χ δεν μπορεί να εξασφαλίσει αιώνια οικονομική ανάπτυξη. Πάντα θα υπάρχουν και περίοδοι ύφεσης.

Older Posts »